07 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Παπαφώτης

Ο Παπαφώτης (Φώτιος Λαυριώτης τ' ονοματεπώνυμό του) δεν ήταν παπάς της Πλαγιάς αλλά του Τρύγονα. Στο χωριό μου παπάς ήταν τότε ο παπα Γιώργης, ο Βούρος, ή αλλιώς "γι παπάς του Βασ'λέλ". Που το "του" εδώ είναι πραγματικά γενική, σημαίνει ο γιος του Βασίλη. Παρομοίως, ο γιος του ο Βασίλης, ήταν "γι Βασίλ'ς γι παπάς", ο γιος του παπά, μέχρι που έγινε κι αυτός παπάς αλλά άλλαξε όνομα κι έγινε Ραφαήλ. Αλλά ας πάμε ξανά στον Παπαφώτη. Που μπορεί να ήταν του Τρύγονα αλλά έτσι κι αλλιώς πέρα από τα παρεδόσε που είχαμε από τις ανταλλαγές του επιτάφιου και της Ανάστασης, είχαμε κι άλλες επαφές αφού τα χωριά αντάλλασσαν γαμπρούς και νύφες π.χ. άρα σε τελετές βρισκόμασταν, πανηγύρια γίνονταν και πηγαίναμε κλπ.

Ο Παπαφώτης ήταν ιδιαίτερος άνθρωπος. Γύριζε ημιξυπόλητος (χωρίς κάλτσες και με κάτι τρύπια παπούτσια) και μ' ένα τριμμένο ράσο. Κι αυτό γιατί τα λεφτά που έπαιρνε σαν μισθό ή σαν έξτρα από βαφτίσεις, γάμους, κηδείες κλπ τα ξόδευε για τους άλλους. Έχτισε ένα εκκλησάκι με δικά του έξοδα αλλά και με δική του προσωπική εργασία (και νομίζω όχι μόνο ένα) αλλά έδινε και σε φτωχούς, σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη (και την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλοί τέτοιοι). Κι όταν δεν είχε ο ίδιος δεν δίσταζε να πάει και να απαιτήσει από άλλους που είχαν - κι ο τρόπος που τα απαιτούσε δεν ήταν κι ο πιο κομψός. Αυτός απ' τον οποίον τα ζητούσε, τα έδινε κι ο παπάς κανόνιζε πού θα πάνε (κι ο δότης δεν το μάθαινε ποτέ αλλά ούτε κι ο λήπτης ήξερε από ποιον τα είχε πάρει). Επίσης βάφτιζε παιδιά που δεν είχαν τα απαραίτητα χρήματα για την τελετή, ανάμεσά τους και πολλά ρομά (γυφτάκια τα λέγαμε τότε) δίνοντάς τους συνήθως ονόματα της επιλογής του από την Παλαιά Διαθήκη.

Ήταν ιερομόναχος, καλογερόπαπας δηλαδή. Δεν ξέρω σε ποιο μοναστήρι ανήκε αλλά έγινε παπάς και τοποθετήθηκε σε ενορία. Δεν ήταν μορφωμένος. Κι υπήρχε ανάγκη να ξέρει γράμματα. Έτσι πήγε στο γυμνάσιο ενώ ήταν ήδη παπάς. Και το τέλειωσε (το εξατάξιο) κι όχι με χατήρια αλλά προσπαθώντας όπως όλοι οι μαθητές. Κι έμαθε και αρκετές γλώσσες, μεταξύ αυτών και αραβικά αφού κάποια στιγμή παράτησε την ενορία του και πήγε να μονάσει στο Σινά. Αλλά δεν μπορούσε μακριά από τους Τρυγονιάτιες και κυρίως αυτοί δεν μπορούσαν χωρίς εκείνον κι έτσι ξαναγύρισε. Εκεί πρέπει νάμαθε και κάποια ρώσικα και στη λειτουργία ανακάτευε και κι απ' αυτά. Και στη δευτερανάσταση, τότε που διαβάζεται το ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες, ο Παπαφώτης είχε σίγουρα τα ρώσικα και τα αραβικά.

Δυο ιστορίες που δείχνουν το πόσο ιδιόρυθμος ήταν. Τη δεύτερη την έχω ήδη διηγηθεί, αλλά την βάζω κι εδώ για πληρότητα. Η πρώτη έχει να κάνει με μια βάφτιση. Διπλή. Βαφτιζόντουσαν δυο κοριτσάκια. Ο μπαμπάς της μιας ήταν νονός της άλλης και βαφτίστηκαν στην ίδια κολυμπήθρα. Νονά της άλλης ήταν μια κοπέλα απ' το χωριό που έμενε όμως μόνιμα στην Αμερική και είχε έρθει για λίγο καιρό. Τελειώνοντας το μυστήριο ο Παπαφώτης απευθύνεται στην Αμερικάνα νονά λέγοντας: "Ίσα μουρή σγάφτι τ'ς. Πού θα λιώμι ύστιρα να σι τσ'νυγώ". Σγάφτι τ'ς πάει να πει πλήρωνε, αλλά είναι λίγο απότομο, θα μπορούσαμε να πούμε κάτι σαν "ακούμπα τα". Λιώμι = τρέχω περαδώθε. Δηλαδή κάτι σαν "Άντε μωρή ακούμπα τα τώρα, που θα τρέχω να σε κυνηγώ μετά". Δεν ξέρω αν είχε την εντύπωση πως η κοπέλα δεν θα πλήρωνε, αλλά μάλλον ο άξεστος τρόπος του ήταν.

Και το παλιό περιστατικό. Μια μέρα τον περιμέναμε νάρθει να λειτουργήσει σ' ένα ξωκλήσι, στον Άγιο Φανούριο. Η ώρα περνούσε κι ο παπάς δεν φαινότανε. Αντί για 7 είχε πάει 8 κι ακόμα δεν είχε έρθει. Πάνω που αρχίσαμε ν' απελπιζόμαστε και να σκεφτόμαστε να φύγουμε νάτος κι έρχεται με τον τροβά του στον ώμο. Τι είχε γίνει; Στο δρόμο είδε κάτι απίδια (αχλάδια). που του άρεσαν κι έκατσε να διαλέξει κλαδάκια για μπόλια. Κάποιου τις άγριες αχλαδιές θα μπόλιαζε (ναι, ήξερε κι απ' αυτά).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.