25 Ιουλίου 2020

Στα καφενεδέλια

Το σπίτι που μείναμε, όπως είναι σήμερα. Τότε δεν υπήρχε όλο αυτό το πράσινο, όπως επίσης για να πάμε από τον δρόμο στο σπίτι περνάγαμε κάτι σαν γέφυρα ενώ τώρα έχουν ρίξει μπετό προς τα εκεί κι έχει γίνει ένα όμορφο μπαλκόνι.
Το καλοκαίρι μάλλον του 64 πρέπει νάτανε, ο δρόμος που ενώνει τη Μυτιλήνη με το Πλωμάρι θα στρωνόταν με άσφαλτο (μέχρι τότε ήταν χώμα). Για την υποστήριξη των πλαϊνών του δρόμου αλλά και για βελτίωση της χάραξης φτιάχνονταν κάποια στηθαία και κάποια γεφυράκια πέτρινα. Σ' αυτά δούλευε ο πατέρας μου κι επειδή ήταν κάμποσο μακριά από το χωριό για να μην πηγαινοέρχεται κανόνισε και νοίκιασε ένα σπίτι για κάποιους μήνες στα Καφενεδέλια. Τον προηγούμενο χρόνο είχαμε πάλι πάει το καλοκαίρι στο μέρος που δούλευε ο πατέρας μου, στο Τάρτι (λίγο πιο πέρα, εκεί που παντρεύτηκε) αλλά το μόνο που θυμάμαι είναι που πήγαμε με το γάιδαρο και τις κάμαρες που νοίκιαζε ο μπάρμπας μου ο Αντώνης και μέναμε σε μια. Ενώ στα Καφενεδέλια ήμουν μεγαλύτερος!

Το καφενείο του Καρρά σήμερα.
Καφενεδέλια πάει να πει καφενεδάκια κι είναι μια περιοχή στη διαδρομή Μυτιλήνης - Πλωμαριού δίπλα στη λαγκαδιά (έτσι κι αλλιώς η ευρύτερη περιοχή λέγεται Λαγκάδα αλλά δεν είναι η μόνη μ' αυτό το όνομα) . Εκεί κάποτε υπήρχαν κάμποσα μικρά καφενεδάκια για να ξαποσταίνουν αυτοί που έκαναν τη διαδρομή (με το ζο οι τυχεροί, με τα πόδια οι άλλοι). Όταν μπήκαν στο παιχνίδι τ' αυτοκίνητα, ένα ένα τα καφενεδάκια αυτά κλείσανε κι έμεινε μέχρι τελευταία ένα (του Καρρά - ναι, αδερφού του γνωστού των ναυπηγείων και θείος των άλλων με τις ομάδες και τα ξενοδοχεία!) που το βλέπω συντηρημένο αλλά κλειστό τα τελευταία χρόνια.

Την εποχή που ήμασταν εμείς εκεί, ουσιαστικά μόνο αυτό το καφενείο υπήρχε, και κάνα δυο που άνοιγαν ευκαιριακά για κάνα πανηγύρι. Το σπίτι που μέναμε ήταν πάνω στο δρόμο, αλλά τότε στην περιοχή έμεναν αρκετοί κι έτσι υπήρχε κόσμος. Πίσω από μας έμενε ένας τύπος απ' τη Γέρα που δεν ξέρω το όνομά του αλλά μόνο το παρατσούκλι του: Κουτσούκ'ς. Μόνος του ήτανε και κάποιες φορές άφηνε στο παράθυρο ένα τσουκάλι με κουκιά να του το βράσει η μάνα μου. Το παράθυρο δεν ήταν κοντά στην πόρτα αλλά αυτός ήταν πανύψηλος κι απλώνοντας το χέρι του έφτανε άνετα, σ' αντίθεση με το παρατσούκλι του που σημαίνει μικρός (τούρκικο).

Ο συγκεκριμένος ήταν πειραχτήρι μεγάλο. Ειδικά πείραζε μια γριά (την Μπαζλάδαινα) που έμενε λίγο πιο κάτω. Π.χ. κάποια φορά μεταμφιέστηκε σε κουτσό και της ζήταγε βοήθεια (τέτοιου είδους πειράγματα). Το κακό είναι πως εκείνη τη χρονιά πήρε φωτιά το καλύβι που έμενε η γριά και κάηκε ζωντανή (αλλά δεν έφταιγε ο Κουτσούκ'ς γι' αυτό - κάτι με το καντήλι έγινε).
Εκεί κοντά ήταν και το καλύβι κάποιου άλλου Γεραγώτη με τον εγγονό του οποίου βρεθήκαμε μετά από πολλά χρόνια συμφοιτητές στα Γιάννενα (και μπορεί νάχει έρθει καμιά μέρα στον παππού του και νάχαμε παίξει και τότε μαζί)! Αυτοί που έμεναν εκεί ήταν μοιρασμένοι αφού η περιοχή ήταν ανάμεσα στο Πλωμάρι και τη Γέρα - μια ομάδα χωριών που οι απέξω τα αντιμετωπίζαμε πάντα σαν μια ενότητα άσχετα απ' το πώς το έβλεπαν οι ίδιοι.

Τι άλλο θυμάμαι Απ' τη διαμονή στην εξοχή εκείνη; Μια μέρα που περιμέναμε τον παπα-Φώτη του Τρύγονα νάρθει για λειτουργία στον Άγιο Φανούργο. Η ώρα περνούσε κι ο παπάς δεν φαινότανε. Πάνω που αρχίσαμε ν' απελπιζόμαστε και να σκεφτόμαστε να φύγουμε νάτος κι έρχεται (έτσι όπως συνήθιζε να κυκλοφορεί, ξεκάλτσωτος και με κάτι παπούτσια που τα φόραγε σαν παντόφλες). Τι είχε γίνει; Στο δρόμο είδε κάτι απίδια (αχλάδια). έκοψε, του άρεσαν κι έκατσε να διαλέξει και μπόλια:
Αλλά και το πανηγύρι στο τέλος Αυγούστου, τότε που άνοιξαν τα καφενεδάκια και ζωντάνεψαν με μουσικές και κόσμο πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.