04 Φεβρουαρίου 2022

Χρόνια στα βαπόρια

Δεν υπάρχει νησιώτης που να μην έχει μετακινηθεί με πλοίο. Κι εγώ την παράδοση αυτή την τηρώ καλά. Έχω ξαναγράψει κομμάτια για τέτοιες μετακινήσεις μου παλιά, σήμερα θα επικεντρωθώ βασικά στην φοιτητική περίοδο. Τότε που την πρώτη χρονιά έκανα το Μυτιλήνη - Γιάννενα και επιστροφή πέντε συνολικά φορές (συν μια το καλοκαίρι για φροντιστήριο και εξετάσεις έξι), και τα επόμενα χρόνια τρεις. Μετά τα Γιάννενα μια φορά το χρόνο τουλάχιστον, σπάνια και δεύτερη αλλά από εμπειρίες δόξα τω θεώ. Κι αν έγραφα το 2013 για τις ιστορίες με τα καράβια μας, τα χρόνια που πέρασαν από τότε μόνο χειροτέρεψαν την κατάσταση αντί να την βελτιώσουν.

Για το πρώτο μου ταξίδι με βαπόρι έχω γράψει. Πήγαμε με κάποιο πλοίο που δεν θυμάμαι κι επέστρεψα με το Αγγέλικα που θυμάμαι το όνομά του γιατί μούχε κάνει εντύπωση το μαύρο του χρώμα. Σήμερα η Μπλουστάρ έχει βάψει τα βαπόρια της μπλε σκούρο, κάποιες άλλες άλλα χρώματα. Τότε όλα ήταν άσπρα και μόνο το Αγγέλικα ξεχώριζα κατάμαυρο στο λιμάνι. Τότε το δρομολόγιο ήταν Μυτιλήνη - Χίος - Σύρος - Πειραιάς, σήμερα η Σύρος έχει κοπεί από το ενδιάμεσο (αν και κάποιες φορές τη θυμούνται, ειδικά χειμώνα). Τότε ήταν η διοικητική πρωτεύουσα του Αιγαίου, εκεί είχε έδρα και το εφετείο. Δεν ξέρω τι άλλο έβαζε κι αυτή στο δρομολόγιο.

Σήμερα στα βαπόρια υπάρχουν δυο τύποι εισιτηρίων: σε καρέκλα ή σε καμπίνα. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι οι θέσεις αριθμημένες ή όχι, αλλ' αυτό δεν αλλάζει την κατηγορία. Αν είσαι σε καμπίνα έχεις εισιτήριο διακεκριμένου τύπου. Αλλιώς είναι οικονομικού. Την εποχή εκείνη όμως υπήρχαν τρεις τύποι που ο καθένας λεγόταν "θέση". Αυτά που σήμερα είναι τα οικονομικού τύπου ήταν τα λεγόμενα τρίτης (Γ') θέσης εισιτήρια και αριθμήσεις και τέτοιες πολυτέλειες δεν είχε. Ενώ οι καμπίνες ήταν αυτές που ήταν στ' αμπάρια, κάτω απ' το νερό αποτελούσαν τη δεύτερη (Β') θέση (σήμερα έχουν απαγορευτεί ως επικίνδυνες) κι αυτές που ήταν ψηλά, απ' τη ρεσεψιόν και πάνω ανήκαν στην πρώτη (Α') θέση. Τουαλέτες κοινές τόσο για τις καρέκλες όσο και για τις καμπίνες. Το να βρεις καμπίνα με τουαλέτα ήταν σπάνιο (και όταν είχα τα παιδιά μικρά τις είχα σημειώσει για να τις ζητάω - αν τις έβρισκα διαθέσιμες).

Η κάθε θέση είχε το δικό της σαλόνι. Βασικά η Γ' ήταν μια μεγάλη ενιαία αίθουσα με καρέκλες όπως στο λεωφορείο αλλά πολλές σειρές σε στοίχους των τεσσάρων κι ένα μπαρ στη μια άκρη. Η Α' και η Β' είχαν πραγματικό σαλόνι Η επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες θέσεις γινόταν μόνο προς μια κατεύθυνση: Η Α' μπορούσε να πάει όπου ήθελε, η Β' μπορούσε να πάει στη Γ' αλλά η Γ' δεν μπορούσε να πάει στα σαλόνια των άλλων. Για τον λόγο αυτόν υπήρχαν διαχωριστικά με κάγκελα γυρισμένα έτσι που να μην είναι εύκολο να τα περάσεις. Αν ήσουν απ' αυτούς που μπορούσαν να μετακινηθούν, ζητούσες από κάποιον του πληρώματος να σου ανοίξει μια ενδιάμεση πόρτα και πήγαινες. Για την επιστροφή, έδειχνες το εισιτήριό σου κι η πόρτα άνοιγε πάλι. Η Γ' ήταν στο πίσω μέρος του καραβιού, πρύμνα όπως  λέγεται. Επικίνδυνο σε περίπτωση που θα γινόταν κάποιο ατύχημα, αλλά οι εταιρίες δεν νοιάζονταν. Έτσι κι αλλιώς είχαν βάλει καρέκλες και δεν ταξίδευες κατάστρωμα, όρος που είχε επιζήσει ακόμα για τα φτηνά εισιτήρια κι ήταν οι περιπτώσεις παλιά που απάγκιαζαν σ' όποια γωνιά της κουβέρτας του καραβιού.

Ήδη από την εποχή της χούντας είχαν αναπτυχθεί οι συντοπίτικοι σύλλογοι, αυτοί δηλαδή που ένωναν ανθρώπους με καταγωγή από το ίδιο μέρος. Σήμερα οι περισσότεροι που έχουν μείνει φυτοζωούν και το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι η διοργάνωση εκδρομών και γλεντιών που κι αυτά καλά είναι αλλά ο καθένας έχει την ευκαιρία να τα βρει αν το θέλει. Τότε υπήρχαν και διεκδικήσεις για τη βελτίωση της κατάστασης του τόπου καταγωγής ή προσωπική εργασία γι' αυτό κλπ. Οι φοιτητές της Αθήνας από τη Λέσβο είχαν φτιάξει την Λεσβιακή Ένωση Σπουδαστών (ΛΕΣ) κι είχαν διεκδικήσει από τη ΝΕΛ (την Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου που είχε το μονοπώλιο στις γραμμές) να μπορούν τα μέλη της που είχαν πληρώσει εισιτήριο Γ' θέσης να περνάνε και να μένουν στο σαλόνι της Β' (και κατ' επέκταση να κοιμούνται στους καναπέδες που έμεναν συνήθως άδειοι). Και μάλιστα όχι μόνο στα μέλη της (με επίδειξη κάποιας ταυτότητας μέλους) αλλά όποιος είχε πληρώσει φοιτητικό εισιτήριο. Εξάλλου οι περισσότεροι φοιτητές ταξιδεύαμε σε εποχές που δεν είχαν μεγάλη πληρότητα τα βαπόρια κι έτσι δεν ενοχλούσε η ρύθμιση, έδειχνε κι ένα κοινωνικό ενδιαφέρον από μεριάς της εταιρίας.

Έτσι στο βαπόρι μαζευόμασταν σε ομάδες. Κι ένα με τον άλλον γινόντουσαν διάφορες γνωριμίες που κρατούσαν όσο το ταξίδι (ή μέχρι το επόμενο αν ξαναβρισκόντουσαν κάποιοι). Για παράδειγμα έχω την παραπάνω φωτογραφία πούχα τραβήξει τότε. Από τους τέσσερις αναγνωρίζω μόνο τους δύο και συνάντησα την κοπέλα πριν κάνα δυο χρόνια τυχαία. Ήταν με κοινή φίλη σε μια παραλία κι όταν απευθύνθηκα σ' αυτήν η άλλη έμεινε με το στόμα ανοιχτό που γνωριζόμασταν (χώρια που αναγνώρισε ο ένας τον άλλο μετά από κοντά 40 χρόνια)!

Πριν γίνει η συμφωνία αυτή όμως, είχα διάφορα προβλήματα. Μέσα στην αίθουσα συνήθως γινόταν χαμός. Έτσι, σ' ένα απ' τα ταξίδια έψαχνα μια γωνιά ν' απαγκιάσω κι εγώ κάπου έξω αλλά οι προφυλαγμένες ήταν πιασμένες. Κάποιος που είχε και σλίπινγκ μπαγκ (καταπληκτικό αξεσουάρ, αγόρασα κι εγώ ένα κάποια στιγμή και βρήκα ευκολία μου) μου πρότεινε να ξαπλώσω δίπλα του και να μοιραστούμε κάπως το σλίπινγκ. Αθώος και άδολος εγώ ξάπλωσα. Και ξαφνικά νιώθω το χέρι του να κινείται σε περίεργες περιοχές. Σηκώθηκα κι έφυγα άρον άρον με τον άλλον ν' απορεί δήθεν αθώα. Αλλά δεν ήμουν για τέτοια 😀.

Και μερικές φωτογραφίες απ' το Σαπφώ, το πρώτο πλοίο της ΝΕΛ που ήταν αυτό με το οποίο έκανα τα περισσότερα ταξίδια. Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί το 63 - 66 (οι πηγές λένε το 66, εγώ θυμάμαι πινακίδα με το 63 - μάλλον άρχισε να χτίζεται το 63 και η καθέλκυση έγινε το 66) ως Spero κι έκανε γραμμές στη Βόρεια θάλασσα (εκεί κι η παραπάνω φωτογραφία). Πίσω είχε κατάστρωμα για άλογα ενώ στο πλωριό κατάστρωμα διακρίνονται δυο τεράστιοι γερανοί για να φορτώνονται τα μπροστινά αμπάρια. Είχε πτερύγια σταθεροποίησης για να μην έχει πολύ μπότζι στον καιρό (που στην Ελλάδα δεν χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν ποτέ) κι ενώ οι μηχανές του μπορούσαν να πιάσουν τους 18 κόμβους ήταν ρυθμισμένες να πηγαίνει μέχρι 16. Σε περίπτωση που χρειαζόταν μπορούσε να μεγαλώσει την ταχύτητα αλλά με αρκετά μεγάλη διαδικασία που την αποφεύγανε.

Το 73 αγοράστηκε από την ΝΕΛ. Η βασική αλλαγή (πέρα απ' το όνομα) ήταν πως στο χώρο που ήταν για τα ζώα έγινε το πάνω γκαράζ κι από πάνω του φτιάχτηκε η αίθουσα με τις καρέκλες της Γ' θέσης. Από πάνω ήταν το κατάστρωμα απ' το οποίο χαιρετούσαμε τις πόλεις που περνάγαμε ή κοιμόμασταν στα παγκάκια του ή στα κιβώτια με τα σωσίβια. Κάποια στιγμή αφαιρέθηκαν και τα πτερύγια σταθεροποίησης καθώς κι οι γερανοί (αφού τ' αμπάρια είχαν γίνει ενιαία για γκαράζ κι έτσι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ) και τα καπάκια κολλήθηκαν σταθερά - όλες αυτές οι μετατροπές αφαίρεσαν κάποιους άχρηστους τόνους σίδερο!

Στα πλοία το καλοκαίρι γινόταν (και γίνεται) το αδιαχώρητο. Το κόστος πολύ ψηλό (είναι και μονοπώλιο η γραμμή) αλλά το να μπει κάποιο έξτρα βαπόρι δεν μπαίνει. Το να βρεις εισιτήριο είναι δύσκολο, ακόμα και για αυτά που είναι χύμα - χωρίς οποιαδήποτε αρίθμηση. Παλιότερα που δεν υπήρχαν αριθμημένες καρέκλες υπήρχε κι η συνήθεια ένα άτομο να έχει βάλει τσάντες σε μια τετράδα ώστε να τις κρατήσεις για να ξαπλώσει. Κι όταν το πλοίο πήγαινε μέσω Χίου υπήρχαν οι θέσεις που θάπιαναν οι Χιώτες. Κι επειδή είχαν προβλήματα να βρουν να κάτσουν κάποια στιγμή άρχισαν να τις χωρίζουν και να μην επιτρέπουν την πρόσβαση σ' ένα κομμάτι της αίθουσας.

Εν πάση περιπτώσει, να κλείσω με μια ιστορία μου που έγινε κάμποσα χρόνια αργότερα απ' τα φοιτητικά. Αρχές του 21ου αιώνα. Είμαι με τη Μαρία. Κυριακή πρωί και το βαπόρι φεύγει από Μυτιλήνη κατευθείαν για Πειραιά (ημερήσιο και εμβόλιμο δρομολόγιο). Αριθμημένες δεν έχει η ΝΕΛ (είχαν αρχίσει να μπαίνουν κι άλλες εταιρίες στη γραμμή ενώ η ΝΕΛ έχει πάρει τα κάτω της). Μπαίνουμε και δεν βρίσκουμε πουθενά να καθίσουμε μέσα. Το πλήρωμα μας προτρέπει να καθίσουμε έξω, αλλά έξω έχει ήλιο και αέρα. Κάθομαι δίπλα σε μια πόρτα, κάτω στο πάτωμα, αλλά καθώς μπαινοβγαίνουν εμποδίζω. Μαζεύω τα πραγματάκια μου και πάω σε κάποιο άνοιγμα πριν από διάδρομο  για καμπίνες (τα διαχωριστικά είχαν πια καταργηθεί). Πάω να καθίσω και μου λέει ένας καμαρότος (που τον είχαν βάλει εκεί κι όταν ξεκινούσε το βαπόρι θάφευγε για τις δουλειές του και θα πλάκωνε όποιος ήθελε)
- Κύριε, απαγορεύεται να βάλετε εκεί τα πράγματά σας
- Δεν θα βάλω τα πράγματά μου αγόρι μου, τον κώλο μου θα βάλω
του λέω κι απλώνω το σλίπινγκ και την ξαπλάρω. Η Μαρία να ντρέπεται αλλά τι να κάνει, κάθεται μαζεμένη. Με το που φεύγει ο καμαρότος έρχεται μία πούχε στριμώξει ένα σλίπινγκ σε μια γωνιά και με κοίταζε με μισό μάτι που δεν είχε τον χώρο που είχε προγραμματίσει!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.