19 Οκτωβρίου 2020

Παπαδάκια - στεφάνια στις κηδείες

τη λειτουργία κάθε φορά εκτός απ' τον παπά, τον καντηλανάφτη και τον ψάλτη (μ' αυτή τη σειρά) απαραίτητα είναι και τα παπαδάκια, τα παιδιά που κρατάνε τα εξαπτέρυγα ντυμένα με ειδική στολή που μοιάζει με του διάκου. Εξαπτέρυγα λέμε συνήθως, αλλά το σετ αποτελείται από μια πεντάδα που περιλαμβάνει δυο κεριά σε ειδικό κηροπήγιο (ή φανάρια αν πρόκειται να βγουν σε εξωτερικό χώρο όπως στη φωτογραφία) δυο εξαπτέρυγα κι έναν σταυρό στη μέση (στην εκκλησία μέσα είναι με συμμετρική διάταξη αλλά σε ευθεία). Αν δεν βρεθεί πεντάδα τότε φεύγουν τα εξαπτέρυγα πρώτα, η μια λαμπάδα ύστερα κι ο σταυρός μετά. Αν δεν βρεθεί ούτε ένας να κρατήσει τη μια λαμπάδα που έμεινε την κρατάει ο καντηλανάφτης.

Όλ' αυτά είναι γνωστά στους θαμώνες της εκκλησίας, αυτούς που εκκλησιάζονται, δηλαδή, ταχτικά. Τα γράφω για τους υπόλοιπους, αυτούς που στην εκκλησία πάνε μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και σε τελετές. Η διαδικασία είναι ίδια πάντα, αλλά είπαμε, προσαρμόζεται ανάλογα με τις καταστάσεις. Τις Κυριακές είν' απίθανο να μην βρεθούν αρκετοί να φορέσουν (εννοείται την ειδική στολή) αλλά σε άλλες περιπτώσεις τα πράγματα είναι δύσκολα. Και το πιο δύσκολο είναι τη νύχτα της Ανάστασης. Γιατί τα παπαδάκια πρέπει να μείνουν σ' όλη τη διάρκεια της αναστάσιμης λειτουργίας ενώ η υπόλοιπη οικογένεια κατά κανόνα θέλει να επιστρέψει στο σπίτι για τη μαγειρίτσα, να τσουγκρίσει τα αυγά και τα υπόλοιπα έθιμα. Πάντως, συνήθως η κατάσταση βολεύεται, όλο και κάποιο μεγάλοι μένουν μέχρι τέλος κι έτσι υπάρχουν και παιδιά.

Γράφω σε ενεστωτικό χρόνο, αλλά όλ' αυτά είναι αναμνήσεις της δικής μου εποχής. Απλά νομίζω πως μέχρις εδώ τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πάρα πολύ, αλλά δεν έχω ιδίαν αντίληψη αφού κι εγώ τώρα πια σπάνια πάω σε ακολουθία. Σ' αντίθεση με τα χρόνια εκείνα που με τον φίλο μου τον Δημητράκη ήμασταν βασικά στελέχη, δεν ήταν Κυριακή που να μην πάμε στην εκκλησία και μέχρι μια αρκετά μεγάλη ηλικία να φορέσουμε. Αργότερα, όταν πια τα συγκεκριμένα ρούχα μας έπεφταν μικρά, σταματήσαμε να ντυνόμαστε αλλά στην εκκλησία ήμασταν τακτικοί. Εγώ μέχρι το Πάσχα του 76. Μετά ξέκοψα αλλ' αυτό είν' άλλη ιστορία.

Η όλη διαδικασία δεν απέφερε κάποιο υλικό κέρδος. Δεν πληρωνόμασταν για να φορέσουμε. Εκτός απ' τις κηδείες. Εκεί υπήρχε και χρηματική αποζημίωση (θαρρώ 2 δραχμές αλλά μπορεί και 5). Κι αυτό για να βρίσκονται παιδιά να κάνουν κι αυτή τη δουλειά, αλλιώς όλοι θα θέλαν να κρατάνε στεφάνι που έτσι κι αλλιώς πληρωνόταν.

Όπως σ' όλα τα μέρη στις κηδείες συνηθίζονταν να προηγούνται τα στεφάνια. Στεφάνια από πλαστικά λουλούδια μιας και τα φυσικά δεν υπήρχαν όλες τις εποχές κι ακόμα και τότε που υπήρχαν ήταν λιγοστά (δεν υπήρχε το εμπόριο των λουλουδιών που υπάρχει σήμερα, μέχρι τη δεκαετία του 70 δεν υπήρχε ανθοπωλείο στο Πλωμάρι). Για να μη μένουμε πίσω στο έθιμο λοιπόν, η εκκλησιά είχε τα δικά της μόνιμα στεφάνια. Σ' αυτά έμπαινε μια κορδέλα με το όνομα αυτού που ήθελε να τιμήσει τον πεθαμένο. Κάθε σπίτι είχε συνήθως τη δική του μόνιμη υφασμάτινη κορδέλα, αλλιώς παράγγελνε στο μπάρμπα μου το Μιχάλη που ήταν μαραγκός κι έφτιαχνε το φέρετρο να γράψει τ' όνομά του σε μια χάρτινη ταινία μιας χρήσης (άντε δύο).

Η κορδέλα δινόταν στην εκκλησία κι ο ενδιαφερόμενος πλήρωνε ένα ποσό (15 - 20 δραχμές ήταν η ταρίφα). Με τη φροντίδα του καντηλανάφτη η κορδέλα αυτή έμπαινε σ' ένα στεφάνι και την ώρα λίγο πριν την κηδεία διαλέγονταν τα παιδιά που θα κράταγαν τα στεφάνια και που θα παίρναμε από ένα τάλιρο ο καθένας. Βέβαια γίνονταν και διάφορες ψιλοκομπίνες: είτε γιατί δεν υπήρχαν αρκετοί εθελοντές (κάτι πολύ σπάνιο) είτε γιατί τα στεφάνια ήταν σε συγκεκριμένο αριθμό αλλά ο πεθαμένος δημοφιλής (ή τέλος πάντως πολλοί ήταν αυτοί που ένιωθαν πως έπρεπε να βάλουν ένα στεφάνι) όταν οι κορδέλες ήταν περισσότερες απ' τα στεφάνια έμπαιναν διπλές ή τριπλές. Πάει να πει ότι η είσπραξη της εκκλησίας (δηλαδή του καντηλανάφτη που τα κανόνιζε με τον παπά και ίσως τους επιτρόπου) ήταν πολλαπλή αλλά αυτοί που κρατάγαμε το στεφάνι εισπράτταμε τα ίδια. Είχε γίνει κάποια συζήτηση για το θέμα, δεν θυμάμαι ποια ήταν τελικά η κατάληξη.

Τα στεφάνια συνόδευαν το νεκρό από την εκκλησία της Αγιατριάδας που γινόταν η επικήδειος τελετή μέχρι το νεκροταφείο της Υπαπαντής (κάπου μισό χιλιόμετρο απόσταση) και μετά επιστρεφόντουσαν στην εκκλησία. Στον πηγαιμό ήμασταν σε τελετή: παράταξη, κράτημα μπροστά μας κλπ. Στο γυρισμό δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία. Πολλές φορές τα ρίχναμε στον ώμο μας. Κι αν μας έβλεπε κάνας επίτροπος ή ο καντηλανάφτης μας γκάζωνε για το πώς τα κρατάμε έτσι και δεν είναι γκασμάδες!

Να σημειώσω κι ακόμα μια συνήθεια που υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα στο χωριό. Καλά, παλιά που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, κάποιοι έπρεπε να σηκώσουν το φέρετρο. Αλλά και για χρόνια αργότερα, ενώ υπήρχε νεκροφόρα, αυτή ακολουθούσε από πίσω, το φέρετρο πήγαινε στα χέρια, ήταν θέμα τιμής προς τον πεθαμένο αλλά και γι' αυτούς που τον σήκωναν, κι ας ήταν πολλές φορές ιδιαίτερα βαρύς.

Και μιας κι έπιασα τέτοιο θέμα να πω πως τη δεκαετία του 60 το νεκροταφείο ήταν σχετικά μικρό αλλά και πως κάθε φορά που προέκυπτε ανάγκη πήγαινε ο νεκροθάφτης (και τελάλης) έσκαβε το λάκκο κλπ. Επειδή όμως υπήρχαν κι άλλες ανάγκες, αγοράστηκε ένα διπλανό κτήμα και σ' αυτό φτιάχτηκαν μόνιμοι λάκκοι για την ταφή (που είναι για δυο χρόνια). Σκάφτηκαν, χτίστηκαν εσωτερικά, έγιναν τσιμεντένιοι διάδρομοι (εργολάβος ήταν ο πατέρας μου) και γενικά το νεκροταφείο του χωριού πήρε τη μορφή που έχει σήμερα. Το παλιό αφέθηκε για να φτιαχτούν οικογενειακοί τάφοι που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ένας. Τότε άρχισαν να μπαίνουν από πάνω και μάρμαρα, μέχρι τότε έμπαιναν ξύλινα καγκελάκια.

Ένα οικογενειακός τάφος μέχρι τότε, που όμως εκτός από πεθαμένους φιλοξένησε και ζωντανούς στην κατοχή, κρυμμένους από τους Γερμανούς. Η ζωή παρέα με τον θάνατο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.