17 Ιανουαρίου 2024

Ο Ναπολέοντας

Ο πρόλογος στο βιβλίο με τα παραμύθια

Όχι, δεν πρόκειται για τον μεγάλο Ναπολέοντα, τον γνωστό, της Γαλλίας. Πρόκειται για ένα παραμύθι που έλεγε η γιαγιά μου. Εγώ δεν το θυμάμαι καθόλου. Αλλά το θυμήθηκε και το μετέφερε σε χαρτί ο θείος μου ο Αντώνης που γιορτάζει σήμερα. Προς τιμήν του, λοιπόν, το μεταφέρω εδώ. Ο θείος (αδερφός της μάνας μου) σπούδασε δάσκαλος και δούλεψε σε σχολεία της Άνδρου, της Χίου, της Μυτιλήνης και της Αθήνας. Μετά τη σύνταξη του αποσύρθηκε σ' ένα βουνό κι άρχισε να γράφει διάφορα. Το βουνό δύσκολο για την ηλικία του πια (φέτος κλείνει τα 90 αν υπολογίζω σωστά), μετακόμισε σε πιο προσιτά μέρη, αλλά το γράψιμο δεν το αφήνει. Τώρα δεν γράφει με το χέρι αλλά σε υπολογιστή (ναι, έμαθε να τον χρησιμοποιεί) κι αυτό κάνει πιο εύκολο το τύπωμα και τη διανομή (μιας και τα γραφτά του τα δίνει σε ορισμένους, δεν τα κυκλοφορεί αλλού). Το συγκεκριμένο παραμύθι το μετέτρεψε σε ποίημα. Στο βιβλίο που μου έδωσε το έχει με ρυθμό μόνο, αλλά χωρίς να είναι χωρισμένο σε στοίχους. Δεν ήξερε το πώς! Αυτή τη μετατροπή την έκανα εγώ. Αλλά πολλά είπα. Καιρός να βάλω και το ποίημα - παραμύθι (που έχει κάμποσο μάκρος).

Ο Ναπολέοντας

Μία φορά ήταν δυο αδερφοί
κι οι δυο τους βασιλιάδες.
Κι οι δυο τους βασιλεύανε,
καθένας σ’ άλλο τόπο.

Σαν ήρθε η ώρα στον μικρό
τα στέφανα να βάλει,
έστειλε και προσκάλεσε
τον άλλον αδερφό του.
Μ’ αυτός είχε δουλειά πολλή
και στη χαρά δεν πήγε.

Ο γάμος όταν έγινε
και πέρασε ένας χρόνος,
ξεκίνησε ο νιόπαντρος
να πάει στον αδερφό του,
μαζί με τη γυναίκα του,
για να χαρούνε όλοι.

Το πλοίο σα ξεκίνησε,
πόνοι ήρθαν στη γυναίκα.
Μες στο καράβι γέννησε
κι έκανε κοριτσάκι.

Μα απ’ τους πόνους τους φρικτούς
φαινόταν πεθαμένη
και το καράβι στάθηκε
στη μέση του πελάγου.
Δεν πήγαινε ούτε μπροστά,
δεν πήγαινε ούτε πίσω.

Ο βασιλιάς ταράχτηκε
από τη συμφορά του
κι ο καπετάνιος τού 'λεγε
«έτσι συμβαίνει πάντα,
σαν τύχει κι έχουμε νεκρό
επάνω στο καράβι».

Σαν είδε και απόειδε
πως άλλο δε γινόταν,
έβγαλε μια διαταγή
σεντούκι να της κάνουν,
να το γεμίσουν με φλουριά,
να βάλουν κι ένα γράμμα:

{Όποιος βρει τούτο το κουτί,
μνημείο να της κάνει
και σε μαρμάρινο σταυρό
να γράψει τ όνομά της.
Το όνομά της «Λισαβώ»,
βασίλισσα στο θρόνο}.

Σαν έφτιαξαν το φέρετρο
και το καλοσφραγίσαν,
το ρίξανε στη θάλασσα
κι έτσι ξανακινούνε.

Με κλάματα και στεναγμούς
τα λέει στον αδερφό του
κι εκείνος ήταν πρόθυμος
να τον παρηγορήσει.

«Άφησε εδώ την κόρη σου,
μαζί με τη δική μου.
Θα μεγαλώνουνε μαζί,
μαζί θα συργιανίζουν,
μαζί θα πάνε στο σχολειό
και θα περνούν ωραία.
Σα μεγαλώσει πάρε την,
πάντα δική σου θα 'ναι».

Ο βασιλιάς χαρούμενος
τους αποχαιρετάει
και φεύγει για τον τόπο του,
πάει στο βασίλειό του.

Όσο περνούσε ο καιρός,
με όλες τις φροντίδες,
μεγάλωνε η ορφανή,
μεγάλωνε κι η άλλη.

Μα απ’ τις δυο πιο όμορφη
ήταν η ορφανούλα.
Ήτανε και πιο έξυπνη
κι όλοι την αγαπούσαν.
Οι δάσκαλοί της στο σχολειό
γι’ αυτή παραμιλούσαν.

Άρχισε η ξαδέρφη της
κρυφά να τη ζηλεύει
και όλο λόγια έβαζε
να μη την αγαπούνε.
Όλο φαρμάκια έπινε
κι όλο μελαγχολούσε,
ώσπου μια μέρα έπεσε
άρρωστη στο κρεβάτι.

Δέκα γιατροί τη γιάτρευαν,
μα γιατρειά δεν είχε.
Μέρα τη μέρα έλιωνε,
δε ξέρανε τι έχει.

Τη ρώτησε ο πατέρας της,
« τι θέλεις να σου κάνω,
για να σε δω χαρούμενη
να παίζεις όπως πρώτα;»

«Αν μ αγαπάς αληθινά
και θέλεις να με σώσεις
και να με δεις χαρούμενη
να παίζω όπως πρώτα,
εκείνη τη ξαδέρφη μου
να την εξαφανίσεις,
να μην υπάρχει πουθενά
μέσα σ αυτόν τον κόσμο».

Ο βασιλιάς ταράχτηκε,
πολύ βαρύ τ’ εφάνει,
μα της μοναχοκόρης του
χατίρι δε χαλούσε.
Φωνάζει τον πιο έμπιστο
από τους παραγιούς του
και τον ορμήνεψε καλά
τι έπρεπε να κάνει.

Να πάει, του λέει, στο βουνό
δήθεν να κόψει ξύλα.
Να πάρει και την ανεψιά
δήθεν να συργιανίσει
και σε κατάλληλη στιγμή
εκεί να τη σκοτώσει.
Να φέρει και για μαρτυριά
μαντήλι ματωμένο.
Θα πάρει για τον κόπο του
χίλια φλουριά στο χέρι.

Το άλλο πρωί ξεκίνησαν
να πάνε για τα ξύλα.
Στο δρόμο δε μιλούσανε,
δε λέγανε αστεία,
μόνο πηγαίναν σκεπτικοί
με συλλογή μεγάλη.

Σαν ανεβήκαν στο βουνό,
ο παραγιός λυγίζει.
Κάθισε να ξεκουραστεί
και άρχισε να κλαίει.

Η άδολη η κοπελιά
με χάρη τον ρωτάει:
«Τι έχεις, καλέ μου παραγιέ,
κι είσαι φαρμακωμένος;
Γιατί κρατάς τον πόνο σου
και δεν τον λες σε μένα;
Είμαι του βασιλιά παιδί
και ό,τι θες σου κάνω».

«Να σου το πω δε δύναμαι,
να 'ναι κρυφό δε θέλω.
Ο θείος σου με έστειλε
εδώ να σε σκοτώσω,
να γιατρευτεί η κόρη του
απ’ τη κρυφή τη ζήλια.
Και να του πάω για μαρτυριά
μαντήλι ματωμένο».

«Καλά 'ναι να με λυπηθείς,
μα τί μπορείς να κάνεις;
Αφού έτσι σε πρόσταξε,
είναι δουλειά δική σου».

«Μα να το κάνω δε μπορώ,
όσα και να μου δώσουν.
Τον τρόπο μόνο σκέπτομαι,
το πώς να σε γλυτώσω.
Θα σε αφήσω ελεύθερη,
να φύγεις όπου θέλεις.
Μόνο θα μου υποσχεθείς
πίσω να μη γυρίσεις.
Γιατί αν σε δει ο θείος σου,
ξέρεις, θα με σκοτώσει».

«Και πώς θα πας για μαρτυριά
μαντήλι ματωμένο»;

«Έννοια σου και το σκέφτηκα.
Βλέπεις αυτό το σκύλο;
Σκέφτηκα με το αίμα του
να βάψω το μαντήλι».

Χαιρέτησε την κοπελιά,
της είπε «καλή τύχη»
και στο παλάτι γύρισε
να δώσει απολογία.

Ο βασιλιάς τον πίστεψε,
πήρε και το μαντήλι
και το 'δείξε στην κόρη του
να την παρηγορήσει.
Αμέσως έγινε καλά
κι έπαιζε όπως πρώτα.

Η άτυχη η κοπελιά,
σαν έμεινε μονάχη,
μονάχη πήρε το στρατί
να δει πού θα τη βγάλει.
Πήγαινε, όλο πήγαινε
κι άρχισε να νυχτώνει.

Απ' τη πολλή την κούραση
κοιμήθηκε στα χόρτα.
Κάποια στιγμή της φάνηκε
πως είδε φως αντίκρυ.
Άκουγε γέλια και φωνές,
άκουγε και τραγούδια.
Και γρήγορα κατάλαβε
πως ήτανε ταβέρνα.

Την άλλη μέρα ζήτησε
δουλειά για να της δώσουν.
Τη ρώτησαν αν ήξερε
να τραγουδά ωραία
κι αν ήθελε να τραγουδά
κάθε βραδιά κοντά τους.

Η κόρη έπιασε δουλειά
και όλο τραγουδούσε.
Μες στα άλλα τα τραγούδια της
είχε κι ένα δικό της:

{Πατέρα Ναπολέοντα
και Λισαβώ μητέρα,
μονάχη πού μ' αφήσατε,
μέσα στους πέντε δρόμους};

Το 'λεγε πάντα στην αρχή,
το 'λεγε και στο τέλος.

Πέρασε κάμποσος καιρός,
πέρασαν λίγα χρόνια
κι ο Ναπολέων θέλησε
να πάει στον αδερφό του,
να πάρει και την κόρη του
που θα 'ναι πια κοπέλα.

Ο αδερφός του φρόντισε
όλους να ορμηνέψει,
να ξέρουν τι θα έλεγαν,
αν κάποιος τους ρωτούσε.

Ο ίδιος περιέγραφε
σκηνές στον αδερφό του,
πως δήθεν η κορούλα του
βαριά είχε αρρωστήσει,
δέκα γιατροί τη γιάτρευαν,
δε ξέρανε τι έχει,
μέρα τη μέρα έλιωνε,
ώσπου την πήρε ο χάρος.

Φωνάζει και τους παραγιούς
για να το βεβαιώσουν.
Φέρνει τους δέκα τους γιατρούς,
παπά και νεκροθάφτη,
κι όλοι μαζί βεβαίωναν
πώς έτσι είχε γίνει.

Περίλυπος ο βασιλιάς
ξεκίνησε να φύγει.
Στο πλοίο σαν ανέβηκε,
στ' αμπάρι κατεβαίνει.
Ούτε να βλέπει ήθελε,
ούτε ν' ακούει κόσμο.

Σαν τέλειωσαν τα τρόφιμα,
άραξε το καράβι
σε κάποια κοντινή στεριά,
να πάνε να ψωνίσουν.
Να παν κι οι ναύτες μια βραδιά
και να διασκεδάσουν.

Εκεί που διασκέδαζαν,
ακούν ένα τραγούδι.
{Πατέρα Ναπολέοντα
και Λισαβώ μητέρα,
μονάχη που μ' αφήσατε
μέσα στους πέντε δρόμους};

Πάνε, το λεν στο βασιλιά
κι εκείνος πάει μαζί τους.
Ακούει μια γλυκιά φωνή,
ακούει τ' όνομά του,
τ' όνομα της γυναίκας του,
που έχασε στο καράβι.
Και ανυπόμονα ζητά
να δει τη τραγουδίστρα.

Να τη ρωτήσει ήθελε
πού βρήκε το τραγούδι.
Είπε την ιστορία της,
είπε τα βάρσανά της,
πώς το τραγούδι το 'βγαλε
για να παρηγοριέται.

Αρχίσανε τα κλάματα,
έγινε η γνωριμία
και το πρωί ξεκίνησαν
να παν μαζί στο σπίτι.

Αλλά τους λείπει το νερό
κι έτσι αράζουν πάλι.
Ψάχνουν να βρούνε μια πηγή,
να πιουν να ξεδιψάσουν.

Λιγάκι σαν περπάτησαν,
βρήκαν μια κρύα βρύση.
Ήπιαν νερό, ξεδίψασαν
και πήραν και μαζί τους.
Μα πρώτα ξεκουράστηκαν
στα πέτρινα πεζούλια.

Και ύστερα οι δυο μαζί
πήγανε για μια βόλτα.
Σε λίγο βρέθηκαν κοντά
σε μαρμαρένιο μνήμα
και υπέθεσε πως θα 'τανε
για κάποιον ευεργέτη.

Διάβασε την επιγραφή
και του 'ρθε μια ιδέα.
Θυμάται τη γυναίκα του
και σκέφτηκε πως κάποιος
όταν το βρήκε το κουτί
το έθαψε εδώ πέρα.
Γονάτισε και έκλαιγε
γι' αυτή τη συμφορά του.

Σε λίγο μια καλόγρια
ήρθε νερό να πάρει.
Σαν είδε όλη τη σκηνή,
πλησίασε τον ξένο
κι εκείνος την ερώτησε
ποιος έφτιαξε τον τάφο.

Η ιστορία ήτανε γνωστή
σ’ όλους σ' αυτή τη χώρα.
Πως μια γυναίκα
γέννησε επάνω στο καράβι,
ύστερα λιποθύμησε
απ’ τους φριχτούς τους πόνους.
Όλοι την πήραν για νεκρή,
στη θάλασσα τη ρίξαν
και πως το κύμα έφερε
εδώ το φέρετρό της.
Πως βρήκε την παραγγελιά
και έφτιαξε τον τάφο
κι αυτή έγινε καλόγρια
κόσμο να μη γνωρίζει.

«Πήγαινε σε παρακαλώ
να τη φωνάξεις τώρα.
Αυτή είναι η γυναίκα μου,
εγώ 'μαι ο Ναπολέων».

«Τι να την κάνεις τώρα πια,
αφού είσαι παντρεμένος;
Έχεις γυναίκα όμορφη
στο πλάι σου, μαζί σου.
Να ζήσεις να τη χαίρεσαι
μ' όλη την ομορφιά της».

«Και πάλι σε παρακαλώ,
σύρε να τη φωνάξεις,
γιατί έχω νέα να της πω
για να χαρεί κι εκείνη.
Να δει και την κορούλα της
που γέννησε στο πλοίο».

« Αν είναι αυτή η κόρη μου
και συ ο Ναπολέων,
εγώ 'μαι η γυναίκα σου,
είμαι η Λισαβώ σου.
Το μνήμα που παράγγειλες
το 'κανα μαρμαρένιο.
Πάνω σε πέτρινο σταυρό
έγραφα τ' όνομά μου.
Και εγώ έγινα καλόγρια
κόσμο να μη γνωρίζω».

Οι τρεις αγκαλιαστήκανε,
κανένας δε μιλούσε.
Μάνα, πατέρας και παιδί
και κλαίγαν και γελούσαν.

Πέρασαν κάμποσα λεπτά,
δε ξέρω πόση ώρα,
όταν ξεκίνησαν μαζί
να παν στο σπιτικό τους,
να κάνουν γέλια και χαρές,
χαρές και πανηγύρια,
να ζήσουν πάλι απ' την αρχή
κι όλα να τα ξεχάσουν.

Στο πλοίο σαν ανέβηκαν
κι άνοιξαν τα πανιά τους,
ο βασιλιάς θυμήθηκε
ξανά τον αδερφό του,
πως κάτι, λέει, του χρωστά
και πρέπει να το δώσει.

Τον καπετάνιο διάταξε
να ξαναπάνε πίσω.
Κάνει εκείνος μια στροφή
και ξαναπάνε πίσω.

Ο Ναπολέων μοναχός
βγαίνει απ' το καράβι
και προσποιείται τάχατες
πως είναι λυπημένος.

«Δε μπόρεσα, βρε αδερφέ,
εκείνο να πιστέψω
πως πέθανε η κόρη μου
και βρίσκεται στον Άδη.
Για φώναξέ μου τους γιατρούς,
παπά και νεκροθάφτη,
να τους ρωτήσω απ' την αρχή
να μου το βεβαιώσουν».

«Εσείς, γιατροί, γιατρεύατε
την κόρη μου εκείνη»;
«Εμείς την εγιατρεύαμε,
μα γιατρειά δεν είχε.
Μέρα τη μέρα έλιωνε,
ώσπου την πήρε ο χάρος».


«Εσύ, παπά, την έθαψες
κι εσύ βρε νεκροθάφτη»;
«Εγώ ο ίδιος έκανα
τη θλιβερή κηδεία,
ο ίδιος τη θυμιάτισα
με άφθονο λιβάνι».


«Κι εγώ την επαράχωσα
σφιχτά σαβανωμένη
και σκέπασα το άτυχο
κορμί της με το χώμα».

«Ελάτε τώρα όλοι μαζί
να πάμε στο καράβι,
να δείτε κάτι όμορφο.
Κι εκεί θα σας πληρώσω».

Τρέξαν αυτοί χαρούμενοι,
να δούνε τι συμβαίνει
Τους έδειξε την κόρη του
και όλοι βουβαθήκαν.


Πιάνει τους δέκα τους γιατρούς,
παπά και νεκροθάφτη,
πιάνει και το σκληρόκαρδο
και ψεύτη αδερφό του
κι όλους μαζί τους έριξε
στη θάλασσα για πάντα.

Φωνάζει και τον παραγιό
και βασιλιά τον κάνει.
Του δίνει και την κόρη του,
βασίλισσα στο θρόνο,
για το καλό που έκανε
κι έσωσε τη ζωή της,
δίχως να ξέρει κάποτε
γυναίκα του πως θα 'ναι.

2 σχόλια:

  1. Μοιάζει παραλλαγή του «Απολλώνιος και Αρχιστράτα»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Προφανώς το συγκεκριμένο δεν το ήξερα, αλλά έψαξα και το βρήκα και ναι, ίδια ιστορία με άλλα ονόματα. Βέβαια, το μοτίβο τόχω ξανακούσει και σε άλλα παραμύθια, αλλά εδώ οι ομοιότητες είναι μεγάλες. Μόνο τα ονόματα αλλάζουν! Στα συν, η απόδοση απ' τον θείο μου του συγκεκριμένου σε στοίχους.

      Διαγραφή

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.