Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Πρώτος χρόνος μόνιμος

Ξεκίνησα να γράφω τις αναμνήσεις μου από τα χρόνια που δούλευα αναπληρωτής. Στο πρώτο μέρος τα προκαταρκτικά, τότε που ψαχνόμουνα πώς και πού μπορώ να δουλέψω σαν αναπληρωτής ενώ στη συνέχεια κατά χρονιά εργασίας. Έγραψα για το 1990, το 1991, το 1992, το 1993 και το 1994 (σε πρώτη και δεύτερη και τρίτη συνέχεια) και το 1995. Μ' αυτά τέλειωσε η φάση αναπληρωτής κι άρχισε η φάση μόνιμος. Έγραψα πώς βρήκαμε το πού θα πάμε κι ένα γράμμα που έστειλα τότε στους συναδέλφους του παλιού μου σχολείου. Το γράμμα γράφτηκε στις 10 Σεπτέμβρη άρα πολύ νωρίς για να έχει την ιστορία ολόκληρης της πρώτης χρονιάς μόνιμου (ή μάλλον δόκιμου όπως είναι το τυπικό) καθηγητή. Ε, λέω να μην τ' αφήσω έτσι, να βάλω και μερικά ακόμα.

Στο Διδυμότειχο τα πράγματα κύλησαν σχετικά καλά. Σπίτι είχα, στο τέλος Νοέμβρη ήρθε και τ' αυτοκίνητο (ένα Τσινκουετσέντο ήτανε που μ' έπεισε να το διαλέξω ο αντιπρόσωπος της Μυτιλήνης, το πληρώθηκε ο αντιπρόσωπος του Πύργου και μου το παρέδωσε ο αντιπρόσωπος της Αλεξανδρούπολης) κι έτσι μπορούσα να κινηθώ. Έκανα βόλτες ένα γύρω και κυλούσε ο καιρός.

Η πλάκα ήταν την πρώτη μέρα, τη μέρα του αγιασμού. Κοινός αγιασμός για τα δυο γυμνάσια και τα δυο λύκεια που έτσι κι αλλιώς είχαν κοινή αυλή λίγο πολύ (υπήρχαν κάποια θεωρητικά και μόνο όρια). Είχε έρθει ο Δήμαρχος κι άρχισαν να περνάνε από πάνω απ' το κεφάλι μου κάτι εκατομμύρια και δεν ήξερα να φυλαχτώ! Τόσα χιλιάρικα για κάθε πρώτο μαθητή κάθε τμήματος κάθε σχολείου, τόσα για την εκδρομή της κάθε τρίτης κάθε λυκείου (ανεξάρτητα από αριθμό μαθητών) τόσα γι' αυτό, τόσα για κείνο, όλα από το Δήμο. Πρώτη φορά μου τύχαινε.

Τα δύσκολα ήταν στην υπόλοιπη οικογένεια. Όπως έγραφα στο προηγούμενο η Μαρία έτρεχε νάβρει σπίτι. Η μάνα μου έφερε τα παιδιά και θ' άρχιζαν το σχολείο αλλά ακόμα με το σπίτι δεν είχε λυθεί το θέμα. Τέλος πάντων αφού ανακοινώθηκε πως θα είναι στον Άγιο Στέφανο βρέθηκε κι ένα σπίτι.

Ο Δημήτρης θα πήγαινε τότε δευτέρα, κανονίστηκε με το σχολείο, πάει κι αυτό. Για την Ειρήνη βρέθηκε μια θέση σε παιδικό σταθμό που ήταν μέσα στο στρατόπεδο που υπάρχει στα όρια του Αγίου Στεφάνου (ΑΒΥΠ). Ο σταθμός αυτός υπάρχει ακόμα και έχει μια ιδιομορφία. Καθώς είναι μέσα στο στρατόπεδο κλείνει νωρίς. Στις δύο και κάτι πρέπει να έχουν φύγει τα παιδάκια (και το προσωπικό) γιατί μετά δεν μπορεί να μπει κάποιος μέσα για να τα πάρει. Κι επειδή η Μαρία σχόλαγε συνήθως στις δυο, μέχρι να πάει να την πάρει, πότε προλάβαινε και πότε όχι. Κι όταν δεν προλάβαινε η Ειρήνη βρισκόταν να περιμένει στο φυλάκιο της εισόδου μαζί με τον σκοπό.

Αφού βρέθηκε σπίτι κανόνισα να κατέβω από Διδυμότειχο να πάμε στον Πύργο να φέρουμε τα υπόλοιπα πράγματά μας. Τα δικά μου πράγματα τα είχαμε ήδη στείλει με το τρένο και τα είχα παραλάβει αλλά για τα άλλα είχαμε κανονίσει μ' ένα φορτηγό πως θα τον ειδοποιούσα πότε μπορούμε εμείς να μπορεί κι εκείνος να τα πάμε στην Αττική. Όλα έτοιμα αλλά το μεσημέρι της Παρασκευής ειδοποιούν τη Μαρία πως τη ζητάει ο προϊστάμενος επειγόντως. Ήταν λίγο αργά και δεν ξέραμε τι ήθελε και προχωράμε στη μετακόμιση.

Φέρνουμε τα πράγματα κι αρχίζουμε ν' ανοίγουμε κούτες. Δευτέρα πρωί πάει να δει τι την ήθελε ο προϊστάμενος. Α! της λέει, ξέρεις, επειδή στον Ωρωπό υπάρχει κενό στο ΤΕΛ και τα παιδιά πρέπει να κάνουν το μάθημα που είναι ειδικότητας κι επειδή εσύ δεν έχεις εργαστήριο, θα πας στον Ωρωπό. Κεραμίδα. Η Μαρία ήταν πρώτη στη σειρά των τοποθετήσεων. Και εργαστήριο δεν είχε σχεδόν κανένα από τα σχολεία που τοποθετήθηκαν καμιά εικοσαριά καθηγητές. Γιατί θα έπρεπε να φύγει η πρώτη; Κι αν αυτό είχε γίνει λίγο πριν, δεν θα έπιανε σπίτι στον Άγιο Στέφανο ούτε θα έβρισκε εκεί σχολείο για τα παιδιά. Εκνευρισμός. Αλλά και πού τρόπος να αντιδράσει στην αυθαιρεσία.

Τρόπος αντίδρασης δεν υπήρχε αλλά σκεφτήκαμε να πάρουμε μια φίλη δημοσιογράφο να δημοσιοποιήσουμε το πρόβλημα. Αλλ' αυτή είχε άλλη ιδέα. Πάρε με σε λίγο και θα σου πω, της λέει. Φεύγαμε για το αεροδρόμιο, έπρεπε να προλάβω κι ένα αεροπλάνο. Με παίρνει η Μαρία το βράδυ (εκείνη δεν είχε ακόμα τηλέφωνο, ενώ εγώ...) και μου λέει πως θα πάει την άλλη μέρα στο συμβούλιο που θα συνεδρίαζε κι ήταν αυτό που τυπικά έπρεπε να επικυρώσει την απόφαση του προϊσταμένου (που ήταν μέλος του) και θα έπεφτε τηλέφωνο από το γραφείο του τότε υφυπουργού. Πράγματι πηγαίνει στην Παλλήνη κι είν' εκεί κι ο προϊστάμενος που της λέει πως ό,τι και να γίνει θα πήγαινε στον Ωρωπό. Ζητάει να μιλήσει στο συμβούλιο, δεν την φώναξαν ποτέ κι όταν τέλειωσαν και φεύγανε ρωτάει τι έγινε με το θέμα της. Ποιο θέμα σου; Ποιος έβαλε οποιοδήποτε θέμα με σένα; Κι έτσι γύρισε στο σχολείο της. Αλλά δεν την άφηναν και σε ησυχία. Όλο, δήθεν τυχαία, θυμόντουσαν πως δεν έχει εργαστήριο. Βρήκε ένα χώρο στο σχολείο (μια άκρη σε διάδρομο) να στήσει εργαστήριο, ανταλλάξαμε έναν σχετικά καινούριο υπολογιστή που είχαμε με έξι παλιούς και στήθηκε και εργαστήριο!

Εγώ κατεβαίνω και βλέπω την υπόλοιπη οικογένεια περίπου μια φορά το μήνα. Ο Δημήτρης που είναι μόλις εφτά χρονών αποφασίζει πως πρέπει να είν' αυτός ο άντρας της οικογένειας, κι ας μην του το ζήτησε κανείς (απ' όσο ξέρω τουλάχιστον). Και το φέρει βαρέως που λείπω. Ανησυχεί. Είναι και που φύγαμε από τον Πύργο που δεν ήθελε. Και διαπιστώνεται πως έχει δυσλεξία. Όχι ένας, όχι δυο επιβαρυντικοί παράγοντες, αρχίζει να παραπονιέται για πονοκεφάλους. Υποθέτουμε πως είναι ψυχολογικής αιτιολογίας αλλά μόνο αφού κάναμε όλες τις εξετάσεις (αξονικές, μαγνητικές και δεν συμμαζεύεται) μπορέσαμε να είμαστε σχετικά βέβαιοι. Μπορείς να σιγουρευτείς ποτέ; Τέλος πάντων η πραγματικότητα είναι πως του πέρασαν όταν ξαναβρεθήκαμε σαν οικογένεια τον επόμενο χρόνο και πονοκέφαλους τέτοιους δεν έχει από τότε (εκτός όταν στολίζουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ποιος ξέρει γιατί).

Το 97 ήταν η χρονιά με την (τελευταία) μεγάλη απεργία των καθηγητών. Δυο μήνες. Καινούρια κυβέρνηση (τον Οκτώβρη είχαν γίνει εκλογές) και ετοιμάζουν καινούριο μισθολόγιο που έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνονται οι αποδοχές μας. Μπαίνει το αίτημα απ' την ΟΛΜΕ με το καινούριο μισθολόγιο να έχουμε όχι μειώσεις αλλά αυξήσεις. Αλλά με νεφελώδικο τρόπο, δυστυχώς οι συνδικαλιστές δεν παρακολουθούν ποτέ στενά τα οικονομικά. Έβαζαν αίτημα για 300 χιλιάδες στον νεοδιόριστο αν θυμάμαι καλά, κι εννοούσαν καθαρά, στο χέρι, αλλά χωρίς να το γράφουν. Και το υπουργείο έλεγε πως δίνει και κάτι παραπάνω, άρα τι αυξήσεις ζητάμε, μάλλον για μείωση θα έπρεπε, αλλά το υπουργείο παρουσίαζε τα μικτά. Τέλος πάντων.

Η απεργία θα ξεκίναγε τέλος Γενάρη. Με τέτοια αξεκαθάριστα αιτήματα δεν είχα σκοπό να απεργήσω. Κυριακή πρωί, κατά τις δέκα και μισή, παίρνει η Μαρία τηλέφωνο. Ξαναμιλάμε για την απεργία και μου λέει να απεργήσω αγοράζοντας μερικές μέρες διακοπές με την οικογένεια. Μα τόσα λεφτά που θα χάσουμε, αντιτείνω και με ρωτάει: "Ο Γιώργος που είναι και οι δυο αναπληρωτές και θ' απεργήσουν και οι δυο είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση"; Κλείσαμε το τηλέφωνο αλλά με είχε ταρακουνήσει. Εν τω μεταξύ, τη μέρα εκείνη είχα καλεσμένους διάφορους συναδέλφους κι είχα φτιάξει παστίτσιο. Ειδοποιώ τους μακρινούς να μην έρθουνε, πάω το παστίτσιο στους κοντινούς και τ' αφήνω και στις δώδεκα ήμουνα στο τρένο για Αθήνα. Πρωί πρωί φτάνω στο σπίτι, ακόμα κοιμόντουσαν. Ένας ένας που ξύπναγε, μ' έβλεπε μπροστά του όλο απορία.

Στις δυο βδομάδες πάνω μας δίνουν ένα πεντοχίλιαρο το μήνα.Θεωρώντας πως η απεργία θα καταλήξει σε συμβιβασμό έστω μ' αυτό, γυρίζω στο Διδυμότειχο. Η απεργία όμως συνεχίζεται κι ο υπουργός μας έχει στο φτύσιμο προβάλλοντας το παλιό δόγμα του Λάσκαρη (της δεκαετίας του 70) "δεν συζητώ με απεργούς". Απαιτούσε να σταματήσουμε την απεργία για να γίνει η οποιαδήποτε συζήτηση. Μου τη δίνει κι εμένα και ξεκινάω να κάνω απεργία για την απεργία. Φεύγω από το Διδυμότειχο και δεν ξαναγυρίζω παρά μόνο όταν η απεργία λήγει άδοξα λόγω οικονομικής εξάντλησης του κλάδου.
Στο βάθος το χωριό είναι Τούρκικο
Το Πάσχα το περάσαμε όλοι μαζί. Είχαν έρθει στο Διδυμότειχο και μείναμε στο όλοι στο μικρό διαμέρισμα. Πήγα και τους πήρα απ' το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης. Την εποχή εκείνη στον ουρανό ήταν εντυπωσιακός ένας κομήτης (ο Χέιλ Μπόπ). Τους έλεγα απ' το τηλέφωνο να τον παρατηρήσουνε και τον είχαμε ψάξει λίγο όταν ήμουν ακόμα στην Αθήνα με την απεργία. Και καθώς φεύγουμε απ' τ' αεροδρόμιο, σταματάω στη μέση του πουθενά και τους δείχνω τον ουρανό. Και μένουν έκθαμβοι. Γιατί μέσ' τη σκοτεινιά ο κομήτης ήταν εντυπωσιακός.

Μ' αυτά και μ' αυτά, πέρασε ο πρώτος χρόνος. Έπεται συνέχεια και τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.