Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Τα γραφτά μου

Γράφω στο ίντερνετ, σε μπολογκ, τα τελευταία εφτά - οχτώ χρόνια. Ξεκίνησα με τα Γράμματα απ' τη Γερμανία τον Γενάρη του 2010 και συνέχισα μ' αυτό το μπλογκ από τον Γενάρη του 2013. Στο πρώτο ανέβηκαν 884 δημοσιεύσεις και κάπου τόσα σ' αυτό. Στην αρχή τα γραφτά ήταν καθημερινά ενώ αργότερα αραίωσαν. Υπήρξαν μήνες με μια δυο αναρτήσεις μόνο ενώ αρκετές είναι με συνταγές όπου τα πράγματα είναι κουκιά μετρημένα. Υλικά και οδηγίες. Βέβαια συνήθως και σ' αυτά έχω ένα κειμενάκι εισαγωγής, αλλά δεν μπορώ να θεωρήσω πως είναι γραφτό. Γραφτά είναι οι προσωπικές ιστορίες ή οι τουριστικές (που τις έχω μειώσει εξαιρετικά, σκόπιμα γιατί σέρνεται και φθόνος) ή οι απόψεις για θέματα της επικαιρότητας. Και αρκετές φορές ο τρόπος γραφής έχει επαινεθεί. Πώς διαμορφώθηκε αυτός ο τρόπος; Αυτό είναι το σημερινό μου θέμα και ξεκινάει από πολύ παλιά.

Πόσο παλιά; Από τα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Στο Δημοτικό έπαιρνα δεκάρια. Και άκουγα καλά λόγια για την έκθεσή μου. Αλλά στο Γυμνάσιο τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Στην πρώτη ένα δεκάξι, στη δευτέρα δεκατέσσερα και στην τρίτη δώδεκα. Χάλια. Με δώδεκα στο σχολείο πως θα πήγαινα για εισιτήριες εξετάσεις όπως είχα σαν στόχο; Εγώ, βέβαια, δεν έπαιρνα και πολύ χαμπάρι. Αλλά ο πατέρας μου ανησυχούσε. Και το κουβέντιαζε στο καφενείο με κάποιους πιο "ειδικούς". Ο δάσκαλος του χωριού προσφέρθηκε να μου κάνει μαθήματα. Έριξε μια ματιά στις εκθέσεις μου και η διαπίστωσή του ήταν πως ενώ τα χρόνια πέρναγαν δεν υπήρχε εξέλιξη στον τρόπο γραφής αλλά έμενε ο παιδικός του Δημοτικού.

Καλοκαίρι του 1974. Κλείνουν τα σχολεία κι αρχίζουν τα μαθήματα. Βρισκόμαστε και ξεκινάμε αλλά το καλοκαίρι του '74 δεν είναι ένα ομαλό καλοκαίρι. Πραξικόπημα στην Κύπρο, εισβολή, επιστράτευση, μεταπολίτευση. Η επιστράτευση έστειλε τον δάσκαλο σε κάποια άκρη του νησιού, όχι μακριά απ' το χωριό αλλά τα μαθήματα σταμάτησαν. Και δύσκολα να ξανάρχιζαν. Πού διάθεση και πού καιρός.

Ο πατέρας μου εξακολουθούσε να συζητάει το θέμα στο καφενείο. Που μπορεί να ακούγεται κάπως παράξενο αλλά δεν ήταν, στο χωριό το καφενείο είναι τόπος συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων έστω και εν μέσω χαρτοπαιξίας. Κι αφού ο δάσκαλος δεν ήταν διαθέσιμος, προσφέρθηκε ο Βασίλης.

Ο Βασίλης δεν ήταν ούτε δάσκαλος ούτε φιλόλογος. Είχε τελειώσει τη νομική αλλά δεν ήθελε τη δικηγορία και την εποχή εκείνη ήταν άνεργος. Συνήθως ήταν στην παρέα που έπαιζε με τον πατέρα μου πινόκλ. Και προσφέρθηκε να με βοηθήσει με το σκεπτικό πως στην έκθεση ο ίδιος ήταν καλός κι αφού δεν υπήρχε κάτι άλλο, ν' αναλάβει ο ίδιος κι όπου βγει.

Ξεκινήσαμε τη συνεργασία. Πότε κάτω από τη συκιά που είχε έξω από το σπίτι, πότε στα μαγειρεία του στρατού όπου είχε βάρδια. Στα πρώτα μαθήματα μου έδινε ένα θέμα, το έγραφα και μετά καθόμασταν και ξαναγράφαμε το ίδιο αλλά βελτιωμένο. Όχι. Δεν έγραφε άλλα πράγματα. Αλλά πώς αυτά που είχα γράψει εγώ θα μπορούσαν να παρουσιαστούν καλύτερα. Πώς θα ήταν περισσότερα και με πιο όμορφο τρόπο. Η δουλειά πήγαινε καλά. Ενώ στην αρχή είχε να συμπληρώνει πολλά αργότερα ήταν λιγότερα και μετά απλές παρατηρήσεις. Τον Οκτώβρη που άνοιξαν τα σχολεία (τότε τα γυμνάσια άνοιγαν πρώτη Οκτώβρη) η διαφορά στην έκθεση που έγραφα ήταν ολοφάνερη. Έπαινοι απ' τους φιλόλογους.

Τα χρόνια πέρασαν. Το σχολείο τέλειωσε, στις εισαγωγικές έγραψα ένα δωδεκάρι που ήταν καλός βαθμός για τα χρόνια εκείνα. Εκθέσεις δεν χρειάζονταν πια να γράφω αλλά το ενδιαφέρον μου για τη γλώσσα και την έκφραση παρέμεινε. Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε σήμερα.

Βασίλη σ' ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.