Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Στην εξοχή

Θέα από το μέρος που πέρασα κάμποσα καλοκαίρια
Το άρθρο αυτό γράφτηκε το χειμώνα για ν' ανέβει το καλοκαίρι. Οι χώροι που φιλοξενούν τα μπλογκ, δίνουν τη δυνατότητα αυτή να προγραμματίζεις πότε θα ανέβει κάτι. Το έγραψα μετά από μια κουβέντα που είχα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Πλωμαριτών Αττικής, για να το έχει από τότε για ύλη για το περιοδικό που βγάζει εδώ και πάνω από 30 χρόνια ο σύλλογος. Και το προγραμμάτισα για σήμερα που είναι επίκαιρο μιας και χτες κλείσαν τα σχολειά, αλλά είχα και κατά νου πως θάπρεπε να συνεννοηθούμε πριν ανέβει, αν το περιοδικό θα κυκλοφορούσε αργότερα και δεν ήθελε να υπάρχει ήδη δημοσιευμένο (αν και ήδη είχε πάρει παλιότερό μου άρθρο). Και ξαφνικά, τέλη Φλεβάρη ο πρόεδρος πάει. Μας άφησε χρόνους. Κι ήταν νέος σχετικά, λίγο πιο μεγάλος από μένα. Έπαθα ένα σοκ, αλλά το άρθρο έμενε στον προγραμματισμό. Το έχω στείλει στον καινούριο πρόεδρο, δεν ξέρω αν τελικά θα φιλοξενηθεί στους "Πλωμαρίτικους Αντίλαλους" (αυτός είν' ο τίτλος του περιοδικού) αλλά αποφάσισα να το ανεβάσω σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό και να το αφιερώσω στη μνήμη του Δημήτρη Χαλαυτή.

Κάθε καλοκαίρι πάμε στο χωριό κι αυτό για μας τους ανθρώπους της πόλης σημαίνει παραθερισμός. Για τους ανθρώπους του χωριού τι γίνεται; Σήμερα τίποτα, οι περισσότεροι μένουν εκεί που έμεναν όλον τον χειμώνα. Η Βατώ που φεύγει αυτές τις μέρες, είναι η εξαίρεση. Φεύγει, αλλά για πού; Για το εξοχικό, ένα σπίτι που έχει σε μια κάπως απομονωμένη παραλία όπου περνάει σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Αυτό στη δεκαετία του 60 ακόμα, ήταν ο κανόνας. Το χωριό άδειαζε κι όλοι σχεδόν φεύγανε στα βουνά (η θάλασσα δεν ήταν τότε της μόδας) κι αυτό για πρακτικούς λόγους. Να έχουν φαγητό. Οι ίδιοι και τα ζώα τους.

Ας ξεκινήσω απ' τα τελευταία. Τότε ακόμα τα ζώα έμεναν μέσα στα σπίτια, στο ισόγειο. Εκείνη την εποχή άρχιζαν να φτιάχνονται στάβλοι σε παλιά σπίτια που δεν έμεναν άνθρωποι μέσα. Λίγο αργότερα οι στάβλοι μεταφέρθηκαν σε συγκεκριμένες γειτονιές και κατόπιν σε χωράφια έχω απ' το χωριό. Και βέβαια σήμερα, όταν λέμε ζώα στο χωριό, εννοούμε γιδοπρόβατα (ή ψιλά ζώα) και κότες ενώ τότε κάθε σπίτι είχε κι έναν γάιδαρο τουλάχιστον (ή μουλάρι) για να μεταφέρει το χειμώνα τις ελιές απ' τα βουνά στα εργοστάσια για να βγει το λαδάκι. Το καλοκαίρι τα ζώα αυτά ήταν αχρείαστα κι έτσι απ' το Μάη και μετά τ' αμολάγανε στα βουνά. Υπήρχαν κάποιοι ζωοφύλακες που πληρώνονταν γι' αυτήν τη δουλειά. Μάζευαν τα γαϊδορομούλαρα και τα μετέφεραν σε κάποιο βουνό, φροντίζοντας να έχουν φράξει τις διόδους για να μην φεύγουν. Εκεί έτρωγαν όπου ήθελαν, έπιναν από τα ποταμάκια κι οι ζωοφύλακες πήγαιναν καθημερινά να τα ελέγξουν πως είναι όλα καλά στην υγεία τους, αν κάτι δεν πήγαινε καλά ειδοποιούσαν το αφεντικό.
Γειτονικό ντάμι, εγκαταλειμμένο ήδη από την εποχή που πήγαινα εγώ. Αυτό που μέναμε, διακρίνεται πίσω, αριστερά.
Τα ψιλά ζώα έμεναν κοντά στους ιδιοκτήτες μιας και καθημερινά χρειάζεται να αρμεχτούν. Αλλά θέλουν και φαγητό και να τα βγάζεις καθημερινά για βοσκή δεν ήταν εύκολο. Μια λύση να μένουν εκτός στάβλου, σε χωράφι κοντά στο χωριό. Μόνο που τέτοια χωράφια (σοθήρια τα λέμε) είναι λιγοστά, δεν είχε ο καθένας (σήμερα έχουν πληθύνει αφού όποιος έχει κτήμα κοντά στο χωριό φροντίζει να το περιφράξει για να έχει τα ζώα του εκεί). Έτσι μια καλή λύση ήταν να μετακομίσουν όλοι, άνθρωποι και ζώα, κάπου σε βουνό. Είχαν ένα κτήμα (= ελαιόκτημα) που το είχαν γι' αυτή τη δουλειά και συνήθως ήταν περιοχές που πήγαιναν για παραθέριση αρκετοί σε γειτονικά κτήματα.
Στο κτήμα είχε δυο μάνες για νερό, μια πάνω και μια κάτω. Ήταν προφυλαγμένες και σκεπασμένες για προστασία. Στις φωτογραφίες φαίνεται η είσοδος της κάτω. Στη δεύτερη φωτογραφία ο θείος μου παίρνει νερό.
Στο κτήμα αυτό που πήγαιναν "για εξοχή" (έτσι λεγόταν η καλοκαιρινή αυτή μετακίνηση) υπήρχε ένα μικρό ή μεγάλο σπίτι (ντάμι το μικρό, πύργος το μεγάλο που το είχαν άνθρωποι με περισσότερα χρήματα) και σίγουρα κοντά μια μάνα (= πηγή) με καθαρό νερό. Το νερό αυτό χρησίμευε τόσο για πόσιμο ή για τη λάτρα του σπιτιού αλλά και για να ποτίζεται ο απαραίτητος κήπος με διάφορα καλοκαιρινά λαχανικά (ντομάτες, μελιτζάνες, αγγούρια, κολοκύθια και τέτοια) για την διατροφήτων ξοχαραίων. Τα υπόλοιπα απαιτούμενα έρχονταν με το γάιδαρο (είτε ένα που κρατιόταν γι' αυτή τη δουλειά είτε παραγγέλλοντας στον ζωοφύλακα να στον φέρει για μια δυο μέρες, έτσι κι αλλιώς οι μετακινήσεις για εφοδιασμό ήταν λίγες ή ακόμα και δανειζόμενοι ο ένας με τον άλλον).

Από τον Μάη ξεκίναγε η προετοιμασία του κήπου και με το που έκλειναν τα σχολεία μετακόμιζαν όλοι. Όλοι; Ε. καλά αυτοί που ήταν τυχεροί κι είχαν εξοχή! Για παράδειγμα οι γονείς μου δεν ήταν σ' αυτή την κατηγορία. Εξάλλου ο πατέρας μου δούλευε οικοδόμος κι έτσι το καλοκαίρι δεν είχε την πολυτέλεια να μένει στο βουνό. Αλλά είχε ντάμι ο παππούς μου. Κι έτσι πήγαινα κι εγώ κάμποσες μέρες.
Δυο φωτογραφίες με σχεδόν 40 χρόνια διαφορά. Η πρώτη το 1962, τραβηγμένη απ' τον θείο μου. Με στηρίζει η μάνα μου για σιγουριά! Στη γωνία διακρίνεται το χέρι του πατέρα μου που είναι καθισμένος στο ράντσο που κοιμόταν. Μπροστά, στο τραπεζάκι, τραντζίστορ εποχής. Η δεύτερη το 2001.
Το ντάμι ήταν στα Κρέμια (έτσι λεγόταν η περιοχή). Πετρόκτιστο, μέσα ήταν σε τρία επίπεδα που το ένα απείχε από το άλλο κάπου ένα με ενάμισι μέτρο. Βασικά, είχε ένα χώρο που καθόμασταν μόνο σε περίπτωση που είχε κακό καιρό και δεν μπορούσαμε να κυκλοφορούμε έξω (κι επίσης όταν πήγαιναν κι έμεναν το χειμώνα για να μαζέψουν τις ελιές). Εκεί υπήρχε κι ένα τζάκι που το καλοκαίρι έμενε υποχρεωτικά σβηστό, το μαγείρεμα γινόταν απέξω όπου υπήρχε κι ο φούρνος για το ψήσιμο του ψωμιού, που βέβαια δεν άναβε κάθε μέρα, μια φορά τη βδομάδα, ή στις πέντε μέρες. Κι όταν άναβε μπορούσε να μπει και κάνα φαγητό που ήθελε φούρνο (π.χ. παπουτσάκια, ενώ τα γεμιστά μια χαρά γίνονταν στην κατσαρόλα!). Κάπου σε μια γωνιά ήταν ο σοφάς, λίγο πιο ψηλά απ' το υπόλοιπο, έπαιζε το ρόλο του κρεβατιού, ενώ από κάτω είχε μέρος για ν' αποθηκεύσεις διάφορα πράγματα.
Τότε καρτσιλή, σήμερα σάγια μετά από την ανακαίνιση που έκανε ο θείος μου (που τον επισκεφτήκαμε). Διακρίνεται φανάρι για τα τρόφιμα μιας και πάντα υπήρχε θέμα συντήρησης, εκεί δεν υπήρχε ηλεκτρικό (αν και, είχε ψυγείο υγραερίου).
Έγραψα για κρεβάτι, αλλά δεν ήταν σίγουρο πως κοιμόμασταν μέσα. Ο παππούς με τη γιαγιά μονίμως κοιμόντουσαν απέξω, κάτω απ' την καρτσελή (μια πέργκολα σκεπασμένη από πάνω με κλαδιά, συνήθως ροδοδάφνη που πρόσφερε ίσκιο τη μέρα και κάποια προστασία από αέρα το βράδυ). Εγώ με τη θεία μου κάπου στρώναμε και κοιμόμασταν μέσα, πότε πάνω πότε κάτω, ανάλογα αν είχε πολλά πράγματα στο σοφά. Όταν ερχόταν ο πατέρας μου, κοιμόταν έξω κι αυτός σ' ένα ράντσο ενώ η μάνα μου, μάλλον μαζί μας.

Ο παππούς φρόντιζε να υπάρχει και τρεχούμενο νερό για τη λάτρα. Απ' την πάνω μάνα το κατέβαζε με λάστιχα. Οπότε τα μεσημέρια ήταν και ζεστό αφού το είχε πυρώσει καλά ο ήλιος. Είχε φτιάξει και μια γούρνα για νεροχύτη, πολυτέλεια μεγάλη. Ακόμα και τουαλέτα είχαμε, αλλά κάμποσες πεζούλες πιο μακριά, να μη μας παίρνουν οι μυρωδιές, μιας και ήταν λίαν υποτυπώδης (αλλά ανώτερη απ' αυτήν που βρήκα χρόνια μετά στη Ρουμανία :) ).

Τελευταία χρονιά που πήγαμε εκεί ήταν το καλοκαίρι του 1967. Ήδη ο παππούς μου ήταν τότε 70 χρονών, έτσι δύσκολα μπορούσε να φροντίζει όλες αυτές τις διαδικασίες. Η γιαγιά τρία χρόνια μικρότερη αλλά με προβλήματα στα πόδια, το να μετακινείται στο βουνό ήταν ζόρι κι έτσι αποφάσισαν να μην ξαναπάνε. Αλλά την ίδια περίπου εποχή άρχισαν να κόβουν και πολλοί άλλοι. Βλέπετε είχαν αρχίσει να υπάρχουν και ανέσεις στο χωριό όπως ηλεκτρικό, ψυγείο, ψωμί από τον φούρνο (= αρτοποιείο), πού να τα αφήσεις όλ' αυτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.