Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Εμπειρίες από τουαλέτες

Σήμερα στου Σαραντάκου είχε θέμα σχετικά με τις τουαλέτες. Τα αποχωρητήρια ή όπως αλλιώς το λέει ο καθένας (ο Νίκος έχει κάμποσες λέξεις που λέγονται για το ίδιο "μέρος" :) ). Και θυμήθηκα κι εγώ κάποιες σχετικές προσωπικές εμπειρίες. Με το θέμα έχω ασχοληθεί διάφορες φορές, κάθε φορά που επισκέπτομαι ένα μέρος πάντα παρατηρώ τι συμβαίνει εκεί σχετικά με τις τουαλέτες, είμαι ώρες στο δρόμο και τις χρειάζομαι συχνά. Απ' όλες όμως τις ιστορίες, μια ξεχωρίζει. Πρόκειται για εμπειρία μοναδική και μάλιστα απ' το μακρινό 1998, απ' τις πρώτες φορές που ταξίδευα στο εξωτερικό που είπα να τη μεταφέρω κι εδώ.

1998 καλοκαίρι. Διορισμένος στο Διδυμότειχο. Τον προηγούμενο χρόνο δεν έχω κάνει θερινή υπηρεσία και κάποιοι είχαν γκρινιάξει. Έτσι αποφασίζουμε να καθυστερήσουμε την αναχώρησή μας από κει κατά μια βδομάδα, να κάνω και μια θερινή. (Το καλοκαίρι τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι ανοιχτά μια μέρα της βδομάδας και κάποιος απ' τους εκπαιδευτικούς πρέπει να είναι παρών). Έχουμε ήδη στείλει τα παιδιά στο χωριό κι αποφασίζουμε να πάμε στο Σουλίνα, στη Ρουμανία,  να δούμε πώς είναι το χωριό καταγωγής της Μαρίας (απ’ τη μεριά της μάνα της).

Μια Τρίτη απόγεμα  ξεκινάμε με το αυτοκίνητο μέχρι τα σύνορα με τη Βουλγαρία (Ορμένιο). Αφήνουμε το αυτοκίνητο εκεί και το κόβουμε με τα πόδια μέχρι το Σβίλεγκραντ (εντάξει, βρήκαμε και ταξί στη νεκρή ζώνη και βολευτήκαμε). Κάναμε τις βόλτες στην πόλη μέχρι τα ξημερώματα που πήραμε το τρένο από Κωνσταντινούπολη. Είχε ήδη καθυστέρηση. Κι η καθυστέρηση μεγάλωσε στο Βέλικο Τέρνοβο. Ταξιδεύαμε όλη μέρα και φτάνουμε στο Βουκουρέστι Τετάρτη βράδυ. Συνολικά μετά από οχτώ ώρες απ' την ώρα που ήταν το πρόγραμμα να φτάσουμε. Αλλά δεν μας πείρζε ιδιαίτερα αφού θα συνεχίζαμε. Το τρένο για την Τούλτσα έφευγε κατά τις 11 το βράδυ. Μια χαρά λοιπόν. Δεν πήραμε κουκέτα, ελπίζαμε πως θα κοιμηθούμε στην καρέκλα μιας κι ήμασταν ήδη ταλαιπωρημένοι. Αμ δε.
Το κουπέ που είχαμε θέση ήταν γεμάτο. Ανάμεσα στους άλλους και τρεις κοπελίτσες για τις οποίες έχουν έρθει έξι εφτά νεαροί και γίνεται ο χαμός. Ποιος ύπνος. Βρίσκω τον συνοδό της αμαξοστοιχίας και τον ρωτώ για καμιά κουκέτα. Μας δίνει μια δίκλινη καμπίνα, του ζητάμε να μη μας ξυπνήσει πριν απ' την ώρα που θα μπούμε στο σταθμό κι έτσι Γίνεται. Πρωί - πρωί της Πέμπτης φτάνουμε στην Τούλτσα. Βλέπουμε πως καραβάκι για Σουλίνα είχε το μεσημέρι, στις τρεις και κάτι (δεν πήγαινε άλλο μέσον). Και μάλιστα ήταν "ράπιντο", γρήγορο δηλαδή κι όχι το αργό που έφευγε άλλες μέρες κατά τη μία και έφτανε την ίδια ώρα.

Στο καραβάκι παστωμένοι. Βρίσκουμε μια καρέκλα και κάθεται η Μαρία κι εγώ κάθομαι στο μπράτσο. Στάσεις ενδιάμεσα (παραλίγο να μας πάρουνε κι ένα σακβουαγιάζ, το πρόλαβα στη σκάλα). Επιτέλους φτάνουμε στον προορισμό μας. Έχουμε ψάξει μέσω ίντερνετ (ναι, το 98 έμπαινα στο ίντερνετ, μετά τις 10 το βράδυ γιατί αλλιώς το κόστος ήταν δυσβάστακτο) κι είχαμε δει πως έχει εκεί ένα ξενοδοχείο, τόχαμε πάρει και τηλέφωνο κι ήθελε κάπου 40 δολάρια τη βραδιά κι ετοιμαζόμαστε να πάμε προς τα κει (πού εκεί; Δεν μπορώ ν' απαντήσω, δεν το είδαμε όταν κάναμε τις βόλτες μας στο χωριό).

Με το που κατεβαίνουμε απ’ το καραβάκι μας την πέφτουνε για δωμάτιο. Μας βλέπουν ξένους και μας πλευρίζουνε. Πρώτος ένας παππούς. Μετά μια γιαγιά. Της αγριεύει ο παππούς, εγώ τους είδα πρώτος και τέτοια (προφανώς ρουμάνικα δεν ξέραμε, ούτε αυτοί άλλη γλώσσα, αλλά καταλάβαινα το τι έπαιζε από το όλο στιλ). Τα μαζεύει η γιαγιά και φεύγει. Μας την πέφτει μετά μια άλλη. Πάει να την αγριέψει ο παππούς αλλ’ αυτή δεν το κουνάει. Γιατί, συστημένο πακετάκι σου τους στείλανε; Εδώ κι όποιος τους πάρει.

Ρωτάω τη Μαρία τι να κάνουμε, η πρόταση ήταν για καμιά δεκαριά δολάρια τη βραδιά κι ήταν δελεαστική. Μου λέει, να έχει όμως μπάνιο, μετά από δυο μέρες στο δρόμο να μπορέσουμε να πλυθούμε λιγάκι. Για μένα ήταν αυτονόητο αλλά το λέω στους δυο. Αγωνιστήκαμε να συνεννοηθούμε (α! ντους) κι ο παππούς αποσύρεται με κατεβασμένο κεφάλι ενώ η άλλη μας διαβεβαίωσε πως στο δικό της σπίτι σαφώς και υπάρχει. Αποφασίζουμε λοιπόν να πάμε εκεί.

Μπρος εκείνη πίσω εμείς φτάνουμε στο σπίτι και πρώτη δουλειά να μας δείξει το μπάνιο. Στη μπανιέρα είχε κάτι σεντόνια να μουσκεύουν και μας λέει πως μπορούμε να κάνουμε ντους απέξω, εκτός κι αν έχουμε πρόβλημα να την αδειάσει. Εντάξει λέμε, θα τα βολέψουμε. Μας δείχνει και το δωμάτιο, ήταν το δικό τους που το νοίκιαζαν κι αυτοί κοιμόντουσαν στην αποθήκη παραδίπλα. Εντάξει, συμφωνούμε κι αρχίζουμε ν' ανοίγουμε τα πράγματά μας.

Ξαφνικά μου έρχεται μια ιδέα.
– Ρε Μαρία, τουαλέτα είδες να έχει;
– Στο μπάνιο δεν είχε;
– Θυμάσαι να είδες;
– Δεν είμαι σίγουρη. αλλά εκεί δεν είναι;
Προσπαθώ να θυμηθώ, δεν μούρχεται εικόνα. Μπανιέρα, πλυντήριο και τέτοια αλλά λεκάνη δεν θυμάμαι να είδα. Ρίχνω μια ματιά απ’ το παράθυρο, βλέπω ένα ξεχωριστό μικρό χώρο, με πόρτα. Το δείχνω και
– Σπάσε πλάκα της λέω, αυτή είν’ η τουαλέτα.
-– Σιγά.
– Άκου που σου λέω.
– Ε, θα πάω σε λίγο και θα δούμε.
Πάει, ρωτάει  και τη βλέπω να οδεύει προς τα κει. Χαμογελάω μέσα μου, αλλά όχι για πολύ. Επιστρέφει και…
– Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι μέσα. Πήγαινε και θα δεις.
– Με λάκκο είναι; (είχα εμπειρίες απ’ την εξοχή που πηγαίναμε μικροί).
– Πήγαινε.
Όχι ότι βιαζόμουνα αλλά έτσι κι αλλιώς θα έκανα χρήση, πάω. Ναι. Ήταν η τουαλέτα. Η πόρτα είχε ένα άνοιγμα σαν παράθυρο κλεισμένο με κουρτίνα. Μέσα ένας ξύλινος πάγκος και στη μέση μια τρύπα. Κι από κάτω ένας κουβάς. Στον οποίον απέθετες ό,τι έβγαζες.

Την άλλη μέρα το πρωί, είδαμε τον άντρα της κυράς να έρχεται και να παίρνει τον κουβά να τον αδειάσει παραδίπλα στο χωράφι. Για λίπασμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.