Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Τα μποφόρια

Με μπουνάτσες και μποφόρια
ταξιδεύουν τα βαπόρια.
Στα λιμάνια όλης της γης,
δύσης και ανατολής.
Έτσι αρχίζει ένα τραγούδι που τραγούδησε η Γλυκερία το 1986, αλλά η ιστορία η δική μου είναι μερικά χρόνια πιο μπροστά, το Γενάρη του 1978 κι έχει μόνο μποφόρια. Την ιστορία την έχω πει πολλές φορές και πρόσφατα ο Δημήτρης μου έλεγε για τη μεγάλη κακοκαιρία που ήταν κάπου γύρω στα Χριστούγεννα του 77 και την ξανάπα με ημερομηνίες που ήταν για μένα σημαδιακές (συν το ότι θυμάμαι καλά - ακόμα). Την είχα πει λίγες μέρες πιο μπροστά ξανά και τότε ήταν που με προέτρεψε η Μαρία να την γράψω κι αυτήν εδώ. Έβαλα τον τίλο και περίμενα την ώρα. Έγινε κι αυτό με τον Μήτσο, ε, είπα πως η ώρα ήρθε κι έπρεπε να στρωθώ!

Το 1976 ξεκίνησα να πηγαινοέρχομαι με τα βαπόρια. Ήταν όταν πήγα το καλοκαίρι στην Αθήνα για φροντιστήριο. Είχα ξαναταξιδέψει το 1965 ένα πηγαινέλα, αλλά ήμουνα μικρός για να έχω ιδιαίτερες αναμνήσεις. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως γυρίσαμε με το Αγγέλικα, ένα καράβι που ήταν βαμμένο μαύρο απέξω, κάτι που τότε δεν ήταν συνηθισμένο, όλα τα ακτοπλοϊκά ήταν άσπρα. Το 76 τα πράγματα είχαν αλλάξει. Είχε ήδη ιδρυθεί η Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου σαν εταιρία λαϊκής βάσης κι είχε βάλει το πρώτο της βαπόρι στη γραμμή: το Σαπφώ. Αν σκεφτούμε πως το Αγγέλικα ήταν φτιαγμένο το 1910 ενώ το Σαπφώ το 1966 (ή το 1963 που θυμάμαι μια επιγραφή μέσα στο πλοίο) η διαφορά τεράστια.

Το 76 ένα ταξίδι, αλλά από το '77 πολλά. Το πρώτο για φροντιστήριο και μετά,αφού πέρασα στο πανεπιστήμιο, πήγα, γύρισα για τις εκλογές, ξανά για τα Χριστούγεννα κι ήρθε ο καιρός να επιστρέψω στο Πανεπιστήμιο. Και βιαζόμουνα γιατί έπρεπε και να περάσω περιοδεύον.

Ας ανοίξω εδώ μια (ακόμα) παρένθεση να πω τι είν' αυτό το περιοδεύον για όσους δεν ξέρουν. Γιατί αν πάμε στο λεξικό θα δούμε πως στο ουδέτερο του "περιοδεύων -ούσα, ον" γράφει σαν ιδιαίτερη σημασία: "(ως ουσ., στρατ.) το περιοδεύον, συμβούλιο επιλογής οπλιτών" που πολύ διαφωτιστικό δεν είναι αφού απλά βάζει και τα υπόλοιπα που λείπουνε αλλά τι είναι λίγο καταλαβαίνει κανείς. Πολύ περισσότερο που σήμερα δεν υφίσταται το περιοδεύον (η ίδια δουλειά γίνεται αλλά σε άλλο χρόνο). Τότε όπως και τώρα, όλοι όσοι κλείναμε τα 18 έπρεπε να πάρουμε από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής μας ένα χαρτί απογραφής για το στρατό. Τώρα (που βασικά το παίρνουν απ' τα ΚΕΠ) συμπληρώνεται το χαρτί και η επόμενη διαδικασία γίνεται όταν πάει το αγόρι φαντάρος. Τότε όμως, στο επόμενο διάστημα περνάγαμε περιοδεύον (τη χρονιά που κλείναμε τα 19). Ένα συμβούλιο από γιατρούς κυρίως, που μας εξέταζε αν ήμασταν κατάλληλοι για το στρατό, μας έδιναν το χαρακτηρισμό ικανότητας (Ι1 - Ι5) και προγραμμάτιζαν σε ποιο κομμάτι το στρατού θα πάμε. Επειδή ήδη τότε ήμασταν αρκετοί που παίρναμε αναβολή λόγω σπουδών κι αργότερα ο αριθμός μεγάλωσε κι άλλο και απ' τη στιγμή που δεν περνάγαμε απ' το συμβούλιο αυτό μέχρι να πάμε πολλά πράγματα είχαν αλλάξει, άλλαξε και η στιγμή του ελέγχου και γίνεται με την παρουσίαση στο στρατό (που και τότε μας ξαναεξέταζαν, άρα γινόταν διπλός κόπος).

Και γιατί το συμβούλιο αυτό λεγόταν περιοδεύον; Γιατί υπήρχαν δυο - τρία στην Ελλάδα που γύρναγαν (περιόδευαν) από νομό σε νομό κι έπρεπε να πάμε τις μέρες που το συμβούλιο ήταν στην περιοχή μας και μόνο. Εγώ λοιπόν, το καλοκαίρι του 77 που έπρεπε να συμπληρώσω το χαρτί της απογραφής, το συμπλήρωσα στην Αθήνα που ήμουνα για τις εισαγωγικές. Κι εκεί με ενημέρωσαν πως αν το συμπλήρωνα επιτόπου θα πέρναγα από το συμβούλιο του Πειραιά ενώ αν πήγαινε και το συμπλήρωνε κάποιος δικός μου στο χωριό θα πέρναγα με τους υπόλοιπους συντοπίτες μου στη Μυτιλήνη. Επειδή ήμουνα σίγουρος πως κάπου θα περάσω σε πανεπιστήμιο, προτίμησα να περάσω απ' τον Πειραιά, με το σκεπτικό πως αλλιώς θα χρειαζόταν ένα παραπάνω ταξίδι στο νησί - και λόγος δεν υπήρχε. Κλείνει η παρένθεση.

Στο περιοδεύον έπρεπε να είμαι το Σάββατο 7 Γενάρη. Τότε το Σάββατο όλα δούλευαν κανονικά, δεν είχε καθιερωθεί ακόμα το πενθήμερο. Για να είμαι Σάββατο πρωί στον Πειραιά, έπρεπε να φύγω απ' το χωριό την Πέμπτη. Το Σαπφώ ήταν στο δρομολόγιο, έφευγε τότε στις 4 το μεσημέρι κι έφτανε στον Πειραιά στις 8 το πρωί. Είχα και τα πράγματα κι έτσι δεν ήταν να πάω με όλα μου τα μπαγκάζια στο περιοδεύον, οπότε δεν γινόταν να φτάσω με το Αρίων που έφευγε την Παρασκευή (κι αυτό της ΝΕΛ, η εταιρία τότε πήγαινε καλά και τα βαπόρια της πληθαίνανε). Θα έμενα σε μια θεία μου στα Πατήσια οπότε μέχρι να πάω, μέχρι να γυρίσω θα μεσημέριαζα.

Πέμπτη μεσημέρι λοιπόν, μπαίνω στο Σαπφώ. Στις τέσσερις λύνει κάβους και τραβάει για τη Χιο. Φτάνουμ' εκεί ωραία και καλά, όπως ήταν το πρόγραμμα και μετά ξεκινάμε για Πειραιά. Και κάποια στιγμή ο καιρός αρχίζει να χαλάει. Ε, λέμε πόσο να πάει. Εσύ σαι που το λες; Ανεβαίνουν τα μποφόρ αβέρτα. Φεύγουμε με κάνα εξαμισάρι, εφτάρι και να τα οχτώ, να τα εννιά να τα δέκα, στα δέκα και μισό κάπου σταματήσαν ν' ανεβαίνουνε. Απ' το λιμεναρχείο βγαίνει απαγορευτικό (τα βαπόρια αυτά ταξίδευαν μέχρι τα 8 μποφόρ) αλλά εμείς ήμασταν ήδη μισοπέλαγα. Τώρα, τι κάνουμε τώρα;

Όλοι οι επιβάτες ξέραμε πως έχει πολλή τρικυμία. Τα παραπέρα (τα νούμερα και τα υπόλοιπα, τα παρακάτω) τα ξέρω από έναν κοντοχωριανό μου που δούλευε μηχανικός στο πλοίο και τα συζητάγαμε κάποια στιγμή. Έμαθα λοιπόν πως τα μποφόρια ήταν πάρα πολλά. Και πως κανονικά το βαπόρι έπρεπε να δέσει. Το συγκεκριμένο βαπόρι διέθετε και πτερύγια που υποτίθεται πως μπορούσε να τα βγάλει και να μην παλατζάρει τόσο, αλλά ούτε τότε, ούτε άλλη φορά τα χρησιμοποίησε στα ελληνικά νερά, μέχρι που σε κάποια ετήσια συντήρηση τα βγάλανε να μην κουβαλάει τσάμπα βάρος.

Ο καπετάνιος βρέθηκε σε δίλημμα: Να συνεχίσει δύσκολο με τέτοιον καιρό και επικίνδυνο. Να σταματήσει, πού. Του πρότειναν τον όρμο της Άνδρου (ούτε καν λιμάνι). Ρωτάει για πόσο να φουντάρει εκεί; Η απάντηση ήταν άγνωστο, μέχρι να καλμάρει ο καιρός. Πρόγνωση όμως δεν υπήρχε, δεν φαινόταν πότε θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Κι ο καπετάνιος τελικά αποφάσισε πως έχω τόσο κόσμο μέσα που τι θα τον ταΐζω, τι θα τον κάνω, συνεχίζουμε τη ρότα μας και θεός βοηθός, ό,τι βγει.

Και συνεχίσαμε. Και φτάσαμε στον Πειραιά. Ήδη όταν περάσαμε τις Καβοκολώνες (Σούνιο) και μπήκαμε πια στον Σαρωνικό είπαμε πως μέχρις εδώ ήταν τα βάσανά μας, τώρα πια είμαστε εντάξει, αφού εδώ ο αέρας δεν έφτανε ούτε τα 8 μποφόρ. Αντί για τις 8 το πρωί που έλεγε το πλάνο του ταξιδιού φτάσαμε κατά τις 10 αλλ' αυτό λίγο μας απασχολούσε, το θέμα ήταν πως φτάσαμε.

Την επόμενη μέρα κατέβηκα στον Πειραιά για το περιοδεύον. Ήταν κάπου στα ψηλά της Τσαμαδού. Το βαπόρι δεμένο εκεί που τ' άφησα την προηγούμενη (τότε τα βαπόρια για τη Μυτιλήνη δένανε στα Λεμονάδικα οπότε βγαίνοντας εγώ απ' τον Ηλεκτρικό φαινόταν καλά). Το περιοδεύον στην επαρχία σε ξεμπέρδευε σε μια μέρα αλλά στον Πειραιά μας λένε θα ξανάρθετε τη Δευτέρα. Αναγκαστικά λοιπόν ξανακατεβαίνω τη Δευτέρα. Το βαπόρι ακόμα δεμένο εκεί (κι ο Πειραιάς χιονισμένος).

Αφού ξεμπέρδεψα απ' τις υποχρεώσεις μου, μπήκα στο λεωφορείο κι έφυγα για Γιάννενα (εκεί είχα περάσει τελικά). Δεν ήταν σίγουρο αν θα φύγουμε αφού από Ρίο δεν πέρναγαν τα καραβάκια κι από Αράχωβα είχε χιόνι, τελικά ξεκινήσαμε με την ιδέα πως ο καιρός στο Ρίο θα πέσει και θα περάσουμε, όπως κι έγινε. Το Σαπφώ όμως δεν ξεκίνησε παρά την Τρίτη το απόγεμα. Τελικά ο καπετάνιος μάλλον είχε δίκιο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.