Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Κοινωνικά δίκτυα

Σήμερα κλείνουν έξι χρόνια που ασχολούμαι με τα μπλογκ. Το παλιό, τα "Γράμματα από τη Γερμανία" που κράτησε τρία χρόνια κι αυτό που κρατάει άλλα τρία. Απίστευτο μου φαίνεται. Η σχέση μου με το ίντερνετ πάει πάρα πολύ παλιά. Στα 1994, μετά από κάτι χρόνια οριακής δουλειάς και ανεργίας άρα και οικονομικής στενότητας, αρχίσαμε να δουλεύουμε πολύ. Το πολύ σημαίνει πως βγάζαμε τέσσερα μεροκάματα τα δύο άτομα. Όταν δουλεύεις πολύ υπάρχουν δύο θέματα: αφενός βγάζεις πολλά λεφτά (αν και αυτό είναι λίγο σχετικό) και αφετέρου δεν έχεις χρόνο μετά να τα φας. Έτσι λοιπόν και εμείς λεφτά βγάζαμε. Απ' αυτά δώσαμε πάρα πολλά για την τεχνολογία. Ενισχύσαμε την πρόοδο της τεχνολογίας αγοράζοντας προϊόντα αιχμής. Τα πληρώσαμε αρκετά παραπάνω απ’ όσο αν τα παίρναμε 1 – 2 χρόνια αργότερα, πληρώνοντας το τίμημα της εξέλιξης. Έτσι είναι η πρωτοπορία :)


Τότε αγόρασα το πρώτο μου μόντεμ. Ήτανε σε ταχύτητα 9.800 αλλά επειδή είχε πρόβλημα το επέστρεψα και μου το αλλάξανε και το καινούργιο που πήρα ήτανε πολύ πιο γρήγορο, στα 14.400. Όταν λέμε 14.400 εννοούμε bps, μπιτ το δευτερόλεπτο δηλαδή (bit per second). Είναι τεχνικός όρος και για σύγκριση σήμερα οι ταχύτητες σήμερα είναι στα Mbps (εκατομμύρια μπιτ) και φτάνουν μέχρι τις 50 Mbps. Απ' την άλλη τα νούμερα αυτά είναι το μάξιμουμ που μπορεί να πετύχει κάποιος, γιατί μπορεί να είναι το μόντεμ στο 14,4 (Kbps το παραπάνω δηλ., χιλιάδες μπιτ) όμως στην πραγματικότητα να μην συνδέεται στην ταχύτητα πάνω από 2 ή 3 Kbps. Στο σπίτι αυτή τη στιγμή έχω πραγματική ταχύτητα 14,4 Mbps δηλαδή είναι 1000 φορές ταχύτερη η πραγματική σύνδεση από την μέγιστη τότε.

Η σύνδεση στο ίντερνετ ήταν κάτι το ανούσιο γιατί στην πραγματικότητα το ίντερνετ όπως το ξέρουμε σήμερα δεν υπήρχε σε καμία περίπτωση. Ακόμα ο παγκόσμιος ιστός (web στα ελληνικά!) ήτανε στο σπάργανα. Είχε ξεκινήσει το ’89 και λίγες ιστοσελίδες είχαν αναπτυχθεί. Έτσι οι συνδέσεις περιοριζόντουσαν περισσότερο για ανταλλαγή μεταξύ υπολογιστών. Ήξερες ότι ο άλλος εκείνη την ώρα είχε το μόντεμ ανοιχτό και συνδεόσουνα για ανταλλαγή. Εξάλλου όταν άρχισαν να πληθαίνουν οι ιστότοποι, η δυνατότητα να συνδεθείς ήταν περιορισμένη για οικονομικούς λόγους. Η χρέωση ήταν διπλή τόσο από την εταιρεία στην οποία πλήρωνες ένα ποσό για να έχεις το δικαίωμα πρόσβασης (ο πάροχος, που ισχύει και σήμερα) και απ’ τον ΟΤΕ. Που αν ήσουνα στην επαρχία το κόστος ήταν τεράστιο, αφού κατανάλωνες τηλεφωνικές μονάδες υπεραστικού τηλεφωνήματος που τότε κόστιζε 20 και 30 φορές περισσότερο απ' το αστικό. Χώρια που όταν ήσουν συνδεμένος στο ίντερνετ το τηλέφωνο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για άλλη δουλειά.
Κάπου εκεί, στα 1998 ή 1999 ξεκινάει η υπόθεση ΕΠΑΚ. Ένας αριθμός, δηλαδή, που ήτανε μόνο για δεδομένα και που η χρέωση ήτανε σχετικά χαμηλότερη. Και ακόμα χαμηλότερη απ’ τις 10 το βράδυ μέχρι τις 6 ή 7 το πρωί που α) χρεωνόταν αστικό και β) με διπλάσιο χρόνο στη μονάδα. Έτσι, τότε που ήμασταν στο Διδυμότειχο, περιμέναμε να πάει 10 η ώρα για να συνδεθούμε στο ίντερνετ.

Την εποχή εκείνη η Μαρία παρακολούθησε κάποια σεμινάρια στην Αλεξανδρούπολη (εκεί δίπλα, μόλις 100 χιλιόμετρα μακριά) και μεταξύ των άλλων έμαθε πώς να φτιάχνει ιστοσελίδες. Μου έδειξε και μένα και έφτιαξα το πρώτο μου σάιτ (ιστότοπο κανονικά, αλλά δεν πολυσυνηθίζεται). Έτσι από περιέργεια. Στην αρχή είπα να βάλω προσωπικές πληροφορίες, αλλά ποιον νοίαζανε. Μετά σκέφτηκα να ανεβάσω ένα υλικό πληροφοριακό που είχα για καθηγητές δευτεροβάθμιας. Ήταν στοιχεία που δεν βρισκόντουσαν απ’ το υπουργείο, το οποίο μέχρι τότε το είχα μαζεμένο στην αρχή σαν κείμενο, μετά σε λογιστικό φύλλο και τελικά σε βάση δεδομένων. Ήταν χρησιμότατο αλλά προσβάσιμο μόνο σε κάποιους φίλους τους το έδινα εκτυπωμένο. Ενώ έτσι (στο διαδίκτυο) θα μπορούσε να φτάσει σε όποιον ενδιαφερόταν (και υπήρχαν πολλοί).

Το σάιτ αυτό γνώρισε μεγάλες επιτυχίες. Ένα πρόβλημα ήταν η φιλοξενία του. Μιας και δεν ήταν εμπορικό, δεν έβγαζα κανένα κέρδος, άρα δεν είχα καμιά διάθεση να πληρώνω για να υπάρχει. Έτσι άλλαξε διάφορους σέρβερ για να φιλοξενηθεί. Για χρόνια ήταν στο σχολικό δίκτυο, που όμως επειδή πολλές φορές έπεφτε, άλλαξε πάλι. Εξελίχθηκε, μεγάλωσε, εμπλουτίστηκε με πληροφορίες και για την πρωτοβάθμια και σήμερα υπάρχει στο http://malliaros.bplaced.net/home.php

Όλ’ αυτά τα χρόνια το μόνο που αλλάζει σε μένα ήτανε οι ώρες που ήμουνα στο ίντερνετ. Ψάχνοντας, χαζεύοντας διάφορα, χωρίς να φτάσει σε πολύ μεγάλα μεγάλα νούμερα. Εντάξει, όσο τα τρεξίματα λιγόστευαν, οι ώρες μπροστά τον υπολογιστή πλήθαιναν, αλλά όχι για το ίντερνετ. Μέχρι που πήγα στη Γερμανία. Και ήμουνα στο τρένο με τις ώρες. Κι είχα τη δυνατότητα να είμαι συνδεδεμένος με ένα σχετικό κόστος (γύρω στα 10€ το μήνα). Και ξεκίνησα κι έφτιαξα ένα μπλογκ. Και το μπλογκ αυτό πήγε καλά. Με την έννοια πως υπήρχε κόσμος που το επισκεπτότανε και που μου έστελνε ενθαρρυντικά μηνύματα. Ξεκίνησε σαν σήμερα, το 2010 και το 2013 μετά από 3 χρόνια και 855 άρθρα «έκλεισε». Στην εποχή που ενημερωνόταν είχε περίπου 130 επισκέψεις τη μέρα, σήμερα, τρία χρόνια μετά, εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον αφού δέχεται καμιά 80αριά κλικ κάθε μέρα!

Αλλά το ότι έκλεισα ένα μπλογκ, δεν πάει να πει πως αποκόπηκα απ’ το χόμπι, την ίδια μέρα άνοιξα ένα άλλο, αυτό εδώ δηλαδή. Με ανάρτηση σταθερά κάθε δεύτερη μέρα (και κάποιες εμβόλιμες)

Όλ’ αυτά τα χρόνια αρνιόμουν πεισματικά στο να ενταχθώ στα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα. Μέχρι που πριν από δυο χρόνια η ξαδέρφη μου η Ρένα που είχε έρθει απ' την Αυστραλία με έψεξε γιατί δεν είχα λογαριασμό στο φέισμπουκ (facebook ή ΦΒ) μιας και αυτή μόνο με μέσο αυτού επικοινωνούσε. Της είχα στείλει κάποια μέιλ αλλά δεν τα έχει κοιτάξει, μου είπε, ενώ αν της τα έγραφα στο ΦΒ θα το έβλεπε σίγουρα. Με την προτροπή της αυτή και με τη βοήθεια της κόρης μου έφτιαξα ένα λογαριασμό. Επειδή δεν είχα διάθεση τότε για παραπέρα ανοίγματα στο χώρο, το όνομα που χρησιμοποίησα ήτανε Γιάννης μεν αλλά με άσχετο επίθετο Παπαδόπουλος, ένα πολύ διαδεδομένο επώνυμο στην Ελλάδα.

Πριν από κάνα χρόνο και βάλε, μία παλιά συμφοιτήτρια από το πανεπιστήμιο μας κάλεσε να μαζευτούμε σε μια ταβέρνα. Να ξαναβρεθούμε, δηλαδή, μετά από χρόνια. Μαζευτήκαμε καμιά 25αριά άτομα, απ' τους οποίους δεν τους ήξερα και όλους αλλά τους περισσότερους σίγουρα. Ανταλλάξαμε και τηλέφωνα και μέιλ αλλά δεν μπορώ να πω πως τα χρησιμοποιήσαμε.

Μετά από αυτό η ίδια είχε την πρωτοβουλία να φτιάξει μια ομάδα στο ΦΒ για να «βρεθούμε» οι παλιοί απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όχι μιας μόνο εποχής, αλλά όποιος φοίτησε στο ΠΙ ήταν ευπρόσδεκτος. Με ειδοποίησε και μένα και μ’ άρεσε η ιδέα. Βέβαια υπήρχε ένα θέμα. Δεν μπορούσα να συνδεθώ σαν Γιάννης Παπαδόπουλος αφού Γιάννης Παπαδόπουλος υπήρχε πραγματικά ένας συμφοιτητής μου, από το έτος μου. Έτσι, δεν μπορούσα να δώσω αυτό το όνομα που ήταν γνωστό ότι αφορά κάποιον άλλον κι αναγκάστηκα να βάλω το κανονικό μου όνομα.

Από τότε άρχισα να βρίσκω πολλούς παλιούς γνωστούς και πολύ το χάρηκα που τους ξανάβρισκα και είχα τη δυνατότητα να επικοινωνώ μαζί τους, έστω και ηλεκτρονικά. Όμως, καλή ηλεκτρονική επαφή, καλύτερη η ζωντανή. Φρόντισα λοιπόν να βρεθώ με αρκετούς (ανέλπιστα πολλούς) από κοντά.

Κι ενώ σύμφωνα με την παγιωμένη αντίληψη αν είσαι στο ίντερνετ αποκόβεσαι από τον κόσμο εγώ είδα να μου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: το ίντερνετ να είναι το γεφύρωμα για να ξαναβρεθώ με τον κόσμο.

Παράλληλα άρχισα να συμμετέχω σε κάποιες αντίστοιχες ομάδες που ήτανε από το χωριό μου κι αυτό επιβεβαίωσε την δική μου αντίληψη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.