Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Παμούκαλε

Το Παμούκαλε ήταν ένα προορισμός αποθηκευμένος για χρόνια στη μνήμη. Τακτικά ερχόταν στο προσκήνιο σαν επιθυμητός προορισμός αλλά όλο και ξέμενε αφού δεν είναι κοντά στα παράλια, άρα πρέπει το ταξίδι να οργανωθεί για τον συγκεκριμένο προορισμό. Πρωτοέμαθα γι' αυτό την Πρωτομαγιά του 1998. Ήταν η πρώτη φορά που οδηγούσα το αυτοκίνητο εκτός συνόρων. Από το Διδυμότειχο πήγαμε στην Αδριανούπολη, κάναμε τη βόλτα μας εκεί και θα επιστρέφαμε έτσι κι αλλιώς από Κήπους αφού τα σύνορα στις Καστανιές ήταν ανοιχτά εννιά με μία τις καθημερινές και με 11 σαββατοκύριακα και αργίες. Έτσι είπαμε στη γύρα μας να περάσουμε κι απ' το Τεκίρνταγκ (την παλιά Ραιδεστό που βρίσκεται στη θάλασσα του Μαρμαρά παρά το ότι το όνομά της έχει μέσα τη λέξη - νταγκ που πάει να πει βουνό :) ). Εκεί λοιπόν, πήραμε από ένα πληροφοριακό κιόσκι διάφορα τουριστικά διαφημιστικά, ανάμεσα στα οποία ένα ήταν για το Παμούκαλε. Είχε φωτογραφίες σαν αυτή της αρχής και μας έκανε τρομερή εντύπωση κι είπαμε πως θα πάμε κάποια στιγμή.

(Όποιος ψάχνει βρίσκει. Βρήκα λοιπόν εκείνο το διαφημιστικό, αν και μέρος του είναι το εμφανιζόμενο). Ένας άλλος προορισμός - απωθημένο ήταν το Συρράκο που το επισκέφτηκα μετά από καμιά 20αριά χρόνια ενώ το ρεκόρ το έχει το Μον Σεν Μισέλ που περίμενα καμιά 30αριά χρόνια, αλλά το είδα κι αυτό. Άλλο απωθημένο δεν έχω, αν και υπάρχουν μερικοί προορισμοί - όνειρα που δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να πάω σ' αυτούς (χωρίς να σημαίνει πως είναι μέρη μακρινά κι εξωτικά όπως το Μπόρα Μπόρα που διάβαζα κάπου).
Παμούκ στα τούρκικα είν' το μπαμπάκι. Και Καλές το κάστρο. Παμούκαλε, λοιπόν, είν' το κάστρο του μπαμπακιού, που είν' από μπαμπάκι. Και όντως, όταν το βλέπεις από μακριά, μοιάζει με ένα κάστρο που υπάρχει πάνω στο λόφο, αλλά είναι κάτασπρο σαν νάναι φτιαγμένο από μπαμπάκι.
Η αιτία της τόσης ασπρίλας είναι ο τραβερτίνης, ένα πέτρωμα από κρυσταλλωμένο ανθρακικό ασβέστιο, εξαιρετικά σκληρό. Σχηματίζεται όταν στεγνώνουν τα (ζεστά) νερά περνάνε μέσα από μάρμαρα και μετά βγαίνουν στην επιφάνεια και τρέχουν πάνω στην πλαγιά του βουνού και στη διαδρομή τους βρίσκουν και κάποια εμπόδια (πέτρες κλπ) για να δώσουν εντυπωσιακά σχήματα. Το όνομα, λέει, προέρχεται απ' την αρχαία ονομασία Τριμπούρ του Τίβολι της Ιταλίας όπου υπάρχουν μεγάλες αποθέσεις τραβερτίνη. Πάντως, είναι λίγα τα μέρη στον κόσμο με τραβερτίνη και το Παμούκαλε είναι απ' τα πιο εντυπωσιακά! Ας πούμε και στις λίμνες Πλίτβιτσε έχει, λέει, αλλά εγώ δεν είδα!
Απογεματάκι φτάσαμε στο χωριό. Πρώτη δουλειά μας να βγάλουμε μια σέλφι να τη στείλουμε στα παιδιά :) και τελευταία (για κείνη τη μέρα) να πιούμε από μια μπύρα Εφές. Ωραία μπύρα περεμπιπτόντως, μας έκαναν εντύπωση τα προειδοποιητικά σήματα: απαγορεύεται όταν οδηγείς ή αν είσαι έγκυος!
Κάναμε μια βραδινή βόλτα στα πέριξ, πήγαμε με τ' αυτοκίνητο μέχρι τις δυο (απ' τις τρεις) πύλες του χώρου, κάναμε την εξερεύνησή μας και καταλήξαμε στο πώς θα κινηθούμε την επόμενη.
Βασικό συμπέρασμα: να ξεκινήσουμε νωρίς, μιας και ο ήλιος δεν αστειευόταν (τέλος Ιουλίου και με θερμοκρασίας στους 35 - 40 βαθμούς το μεσημέρι).
Ο χώρος που συνδυάζεται με τα ερείπια της Ιεράπολης της Φρυγίας σε ένα ενιαίο σύνολο είναι χαρακτηρισμένος σαν μνημείο της Ουνέσκο από το 1988.
Την άλλη μέρα, αφήσαμε το αυτοκίνητο στο ξενοδοχείο και κινήσαμε ποδαράτοι για την κάτω είσοδο (καμιά 700αριά μέτρα όλα κι όλα). Βγάλαμε τα εισιτήρια και προχωρήσαμε μερικά μέτρα. Φτάνοντας στα όρια των αποθέσεων έπρεπε να βγάλουμε τα παπούτσια μας (το ξέραμε) αφενός μεν για να μην φθείρουμε τον τραβερτίνη και αφετέρου για να μην γλιστρήσουμε.
Επειδή μπήκαμε από κάτω και όταν φτάναμε στο πάνω μέρος θα περπατάγαμε στην Ιεράπολη, τα κουβαλάγαμε μαζί μας. Εμείς ήμασταν αρκετά ντυμένοι, άλλοι ήταν με τα μαγιό τους.
Αρχίσαμε το ανέβασμα τσαλαβουτώντας στα νερά, που υπήρχαν άφθονα σχηματίζοντας λιμνούλες, αλλά πολύ ρηχές (που αποδείχτηκε πως στις φωτογραφίες που έβλεπα, όσοι ήταν μέσα απλώς πλατσούριζαν και δεν κολύμπαγαν όπως νόμιζα).
Τα νερά συνεχίζουν να δημιουργούν καινούρια στρώματα, εγκλωβίζοντας και κάποια έντομα!
Ο κόσμος ήταν ήδη αρκετός κι όσο ανεβαίναμε τόσο πλήθαινε μιας και οι περισσότεροι ερχόντουσαν με λεωφορεία από την πάνω είσοδο και κατέβαιναν μέχρι ένα σημείο και επέστρεφαν πίσω.
Σε κάποιες λιμνούλες υπήρχε και ένα στρώμα τραβερτίνη που ήταν σαν λάσπη και μερικού το χρησιμοποιούσαν σαν κατάπλασμα(!) αλοιφόντουσαν μ' αυτή τη λάσπη από πάνω μέχρι κάτω.
Καλά τα καταφέραμε στην ανηφόρα, καταφέραμε και φτάσαμε στο πάνω μέρος,
περπατήσαμε ξυπόλητοι τα τελευταία μέτρα (όπου οι αποθέσεις του τραβερτίνη ήταν μικρές και τα πόδια μας ζορίστηκαν) και φτάσαμε στην άκρη να φορέσουμε τα παπούτσια μας και να συνεχίσουμε τη βόλτα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις; Ιδέες; Αντιρρήσεις; Παραλλαγές;
Όλα ευπρόσδεκτα.